Ας κάνουμε μια σούμα; Ό,τι ακούω, ό,τι σκέφτομαι…

 

Ο Αλέξανδρος μας είπε αντίο.

Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Το περιμέναμε, δεν το περιμέναμε δεν έχει και τόσο σημασία. Θα μπορούσαν να ήταν και άλλοι στην θέση του. Μετά τον Καλτεζά πολλοί και διάφοροι έμειναν στην ζωή από καθαρή τύχη. Άλλοι σήμερα με μια αναπηρία παρακαταθήκη, άλλοι πιο τυχεροί έπαιξαν κορώνα γράμματα την ζωή τους στην εντατική και εν τέλει κέρδισαν. Μήπως αυτούς τους έχουμε ξεχάσει; Ή μήπως οι συνθήκες μέσα στις οποίες αυτοί την «έφαγαν» από τους πραίτωρες της δημοκρατικής τυραννίας δεν ήταν αρκετές για να μας βγάλουν από το φουτουριστικό μας σαλονάκι. Αυτή η λεπτή διακριτή γραμμή μεταξύ εντατικής, κώματος και δολοφονίας ήταν η σπίθα που πυρωδότησε το φυτίλι.

Η Αθήνα καίγεται – «Πόλη που καίγεται λουλούδι που ανθίζει» – Η Αθήνα μπορεί να γίνει το λουλούδι μας …

Ποιός έχει δίκιο; Από την μία οι ταραξίες, από την άλλη οι διαδηλωτές με την στολή του πασιφισμού και την δυναμική των συνθημάτων. Κάπου στην μέση οι μικρονοικοκυραίοι που βλέπουν το μαγαζάκι τους να καίγεται (πόσα είναι και ποιά είναι τελικά αυτά τα μαγαζάκια). Και από πίσω τα ρουφιανάκια της δημοσιογραφίας, τα κανάλια, οι οικονομικοί δυνάστες, τα αφεντικά και το παρακράτος (της δεξιάς και του μπατσόκ). Τι ακριβώς καθόμαστε και αναρω τιώμαστε; Αν δηλαδή εξισώνεται η εν ψυχρώ δολοφονία ενός 15χρονου μαθητή με την καταστροφή του attica; Αυτό είναι το δίλλημμα; Βασανιστήρια, ζαρντινέριες, χρυσή αυγή και ματ μαζί, πυροβολισμοί και τώρα μια εν ψυχρώ δολοφονία. Ξανά λέω ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ. Και θέλετε να ανάψουμε κεράκια και να τραγουδάμε ολαρία – ολαρά; Θα μπορούσε να γίνει μια καλύτερη επιλογή στόχων (όχι ο Κάουφμαν και η βιβλιοθήκη), αλλά εδώ δεν είχαμε να κάνουμε με συγκέντρωση για τσάι και μπιρίμπα. Εξάλλου μια υπογραφή της Πελέκη, ένα βλέμμα του Εφραίμ, ένα αθώο ψεματάκι του Ρουσόπουλου, ένα νταραβέρι του Τριανταφυλλόπουλου με κέρδος 4 εκ ευρώ, ισοσκελίζονται με δεκάδες εκ. μολότοφ. Όχι δεν έχει να κάνει με την λογική ενός «βιαίομετρου» που μετράει την βία και άρα πρέπει να φροντίσουμε ώστε να τηρηθεί το ισοζύγιο. Έχει να κάνει με την καθημερινή, αδιάκοπη, αέναη εξάσκηση εξουσιαστικής βίας: στα σχολεία, στα δικαστήρια, στα πανεπιστήμια, στις τράπεζες, στους χώρους εργασίας, στα γκέτο των μεταναστών, στα «Κολωνάκια» των αστών, στο σαλόνι μας, στο κρεβάτι μας, στην ζωή μας όλη. Και η ανατροπή της, έρχεται με την (μαζική – την όσο μαζικότερη) απελευθερωτική, λυτρωτική και επαναστατική βία που θα αναδιανέμει ριζικά τις σχέσεις παραγωγής. Όμως, ναι δεν είμαστε έτοιμοι για κάτι τόσο ριζικό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα ενστερνιστούμε τις καθιστικές διαμαρτυρίες, έως ότου ο υποκειμενικός παράγοντας της ιστορίας να αποφασίσει την ανατροπή. Καρπαζιές τρώμε καθημερινά, και κάποια στιγμή έρχεται η ώρα της απάντησης. Βιαστήκαμε, δεν περιμέναμε αρκετά, χάνουμε το δίκιο μας; Αυτές είναι σκέψεις πολυτέλειας. Σημασία έχει ότι απαντάμε…

Επεισόδια ή όχι. Βία ή αντιβία.

Δεν έχει και τόσο σημασία. Ας είμαστε στον δρόμο συλλογικά. Είτε τα σπάμε ,είτε όχι, οι μπάτσοι θα μας επιτεθούν. Τα δακυγόνα έχουν γίνει μια άλλη essence αρώματος για όσους έχουν μια τακτική σχέση με το δρόμο. Μετά από μια ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ η αντίδραση έχει μία άλλη δυναμική. Αρχικά, είναι απλά αντίδραση. Και ποιοί έχουν συμμετάσχει σ’ αυτά τα περίφημα επεισόδια; Οι «γνωστοί άγνωστοι», ένα από τα πολύ ευφάνταστα εννοιολογικά κατασκευάσματα των ηλιθίων τυράννων (ένα άλλο παράπλευρο κατασκεύασμα είναι το περιβόητο «άβατο το Εξαρχείων»). Μόνο που αυτοί την φορά προστέθηκαν και κάποιοι άλλοι. Παιδιά, μαθητές, ανήλικοι, φοιτητές, εργαζόμενοι, άνεργοι, ηλικιωμένοι… (ενδεχομένως προβοκάτορες και ασφαλίτες). ΌΛΟΙ. Η οργή δεν έχει πατρίδα. Και σίγουρα δεν έχει στόχο. Δεν μπορεί να έχει στόχο. Αυτό άλλωστε την καθορίζει ως πρωτόλειο και πρωτογενές σ’ αυτήν την περίπτωση συναίσθημα. Όσοι δε, θέλουν να αποκτήσει στόχο, οργανώνονται (με την λογική της αυτοργάνωσης να είναι και αυτή αποδεκτή) σκέφτονται και συζητάνε. Δυνατά και καθαρά. Η σιωπή και η μυρολατρία ανέκαθεν έπαιζαν και συνεχίζουν να παίζουν το ρόλο των απέναντι. Η βία φέρνει βία. Αν ουσιαστικά αυτός ο φαύλος κύκλος ο οποίος όλοι ευαγγελίζονται ισχύει, παρέχεται μια λαμπρή υπόθεση αποδοχής των επεισοδίων. Ήτοι σημαίνει ότι: 1) Αν πιστεύεις στην ανατροπή του καπιταλισμού, αργά ή γρήγορα θα απαντήσεις με βία. Δεν έχει ακόμα εφευρεθεί ούτε το μαγικό κουμπί ούτε το φαντεζί software προγραμματάκι που θα τρέξει ειρηνικά και ακούραστα ενώ μασουλάς το παραγεμισμένο σου σάντουϊτς το αρχείο destroycapitalism.exe για να ακολουθήσει το applysocialism.exe. 2) Ακόμα και αν σήμερα ενστερνιστείς την λογική του «διαμαρτύρομαι, αλλά ειρηνικά» ο Αλέξανδρος δεν θα είναι ο τελευταίος νεκρός της αστικής δημοκρατίας των μπάτσων. 3) Ακόμα και αν διαβλέπεις (και μόνο αυτό) ότι η βία των εξεγερμένων χρησιμοποιείται για την αποδυνάμωση του κινήματος, σκέψου τι κάνει προς αυτή την κατεύθυνση η βία των εξουσιαστών. Σφαίρες, καταστολή, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, λαϊκισμός, προπαγάνδα, ευμάρεια και πολλά πολλά άλλα. Στην ερώτηση αν σε φοβίζουν περισσότερο τα δακρυγόνα, ο πετροπόλεμος, οι σπασμένες τράπεζες από την μία και η υπογραφή της Πελέκη από την άλλη, σκέψου καλά τι θα απαντούσες. 4) Ένα από τα βασικά συνθήματα του Μάη του 1968 ήταν το «Πόλη που καίγεται, λουλούδι που ανθίζει». Κάτι μαγικό μπορεί να συμβαίνει πίσω από την φωτιά αυτή. Σκέψου ότι κάτι μπορεί να γεννιέται με συμμετέχοντες τους πιτσιρικάδες αυτής της πόλης. Κάτι πέραν του facebook και του Warcraft στο Internet καφέ της γειτονιάς. Ίσως μια αναγεννησιακή, ανανεωτική, ανακυκλωτική τάση με θετικά για την ζωή και το μέλλον συναισθήματα. Μια καμένη πόλη σημαίνει ίσως και ένα καμένο παρελθόν. Ένας καμένος καναπές. Μια καμένη αυταπάτη, μια καμένη βολή, μια καμένη υποκρισία. Μην βιαστείς να χαρακτηρίσεις «βανδαλισμούς» και «καταστροφές» αυτό που ίσως επί της ουσίας μπορεί να είναι «ανακαίνιση». Αυτό είναι το στοίχημα… την καταστροφή την ακολουθεί η κατασκευή. Τι θέλουμε να κατασκευάσουμε;

Με ή χωρίς κουκούλες.

Το ερώτημα είναι ρητορικό όταν είσαι σπίτι σου και όχι εκεί που σκάνε τα δακρυγόνα. Την Δευτέρα στους δρόμους, εν μέσω του γνωστού χημικού πολέμου των νενέκων με την πράσινη στολή και την ασφυξιογόνα μάσκα, άνθρωποι ηλικιωμένοι, «ενταγμένοι στην κοινωνία», χρησιμοποίησαν φουλάρια, κασκόλ, μαντήλια σε μια ένδειξη αυτοπροστασίας του πανταχόθεν βαλλόμενου αναπνευστικού τους συστήματος. Ναι, ναι θα παίξω με τους όρους του ΚΚΕ: Κάποιοι, έκαναν επεισόδια ώστε οι μπάτσοι να ρίξουν δακρυγόνα και ο κόσμος να ταλαιπωρηθεί, να φοβηθεί και να κάτσει σπίτι του. Ερώτηση: Μήπως θυμάστε περιπτώσεις που οι μπάτσοι έριξαν δακρυγόνα χωρίς κανέναν λόγο και κανένα επεισόδιο να λαμβάνει χώρα; Εγώ θυμάμαι. Και με αυτό δεν εννοώ ότι πράγματι τα επεισόδια δεν παρέχουν κατασταλτικό άλλοθι, αλλά όταν ο κρατικός μηχανισμός έχει τους λόγους να σου ρίξει δεν χρειάζεται να το κατασκευάσει κιόλας. Έχει τα κοκοράκια του να το περάσουν στα ψιλά, ψιλά γράμματα. Αυτοί λοιπόν οι βαλλόμενοι – «φυσιολογικοί» άνθρωποι δεν έκρυβαν το πρόσωπό τους, αλλά με το όποιο συμπαθές «ύφασμα» να σκεπάζει ολόκληρη την μύτη τους, ενδεχομένως να πέρναγαν και στην σφαίρα του μη αναγνωρίσιμου. Από ποιόν; Μα μήπως έχετε ξεχάσει ότι η πόλη είναι ζωσμένη από κάμερες (ας είναι καλά ο τρομονόμος); Το λέω, γιατί ακούω συγκρίσεις του τύπου, «οι φοιτητές στο πολυτεχνείο δεν φορούσαν κουκούλες». Ορθόν. Αλλά έχω την αίσθηση ότι το 73’ δεν είχε ούτε κάμερες, ούτε καναλάκια να αναπαραγάγουν με περισσή ευκολία ότι και όποτε θέλουν, ούτε μονάδες ανάλυσης οπτικού υλικού, ώστε να έρθουν μια ωραία πρωία στο σπιτάκι σου στο όνομα αυτού που τα αφεντικά έχουν ονομάσει «ποινικός νόμος» και να σε μπαγλαρώσουν. Επαναφέρω μια ρήση σε στυλ απορίας: «Τι είναι η κλοπή/βανδαλισμός/κάψιμο μιας τράπεζας, μπροστά στην ίδρυση της»; Γιατί είναι ποινικός αυτός που σπάει /καίει (ενδεχομένως και κλέβει) μια τράπεζα, ενώ δεν είναι ο ίδιος ο τραπεζίτης; Συγνώμη, αλλά θεωρώ πως αυτό είναι το δίλημμα που τίθεται τώρα. Τι είναι σ’ αυτή τη γαμημένη κοινωνία ποινικό; Γιατί κανείς δεν πάει φυλακή; Μήπως η νομική δικαιοσύνη της δημοκρατίας είναι μια απάτη που οφείλει να καταστραφεί; Μήπως η δημοκρατία είναι μια απάτη; Αν υπάρχουν κάποιοι που νοιώθουν ευχαριστημένοι με το πώς ήταν τα πράγματα και πριν την δολοφονία του Αλέξανδρου, συγνώμη αλλά διαφωνούμε. Ένας άνθρωπος έφυγε άδικα, και θα ακολουθήσουν πολλοί ακόμη αν το πρόβλημα δεν αντιμετωπιστεί στην ρίζα του. Ίσως η φυγή του (και λυπάμαι που το λέω) να είναι η αφορμή για να θέσουμε επί τάπητος την ουσία της κοινωνικής σήψης. Επιστρέφω στις κουκούλες. Επαναλαμβάνω απλώς ότι μερικές φορές η χρήση τους είναι επιτακτική – δακρυγόνα, χημικά και κάμερες – αλλά κατανοώ και συμμερίζομαι όσους φωνάζουν ότι η κουκούλα ενδεχομένως να είναι και η κερκόπορτα από την οποία το παρακράτος διαβαίνει στο κίνημα. Και άρα; Μπορούμε σ’ αυτή την συγκυρία της ολικής σύγκρουσης να μην τους δώσουμε την ευκαιρία να ταυτίσουν την εξέγερση με το παρακράτος και την προβοκάτσια. Ούτως ή άλλως όσοι μπαίνουν σ’ αυτό το παιχνίδι, θέλουν και μπαίνουν, αλλά ας προστατέψουμε την αρχέγονη ορμή της εξέγερσης, της απαλλοτρίωσης των μέσων της αστικής τάξης, με τα πρόσωπά μας φάτσα-κάρτα. Σε κανέναν, πέραν ίσως του ακατάδεκτα χωρίς δικαίωμα επιλογής λούμπεν προλεταριάτου, δεν αρέσουν οι κουκούλες. Σε κανέναν όμως δεν αρέσουν και οι σφαίρες ή η λογική της στενής, όταν θες να αλλάξεις τον κόσμο και ξέρεις ότι στο κελί σου θα υπάρξουν μόνο σύντροφοι και επ’ ουδενί ταξικοί αντίπαλοι.

Η λογική του «τα επεισόδια γίνονται για να φοβήσουν και να αποσυσπειρώσουν τον κόσμο».

Τα έχουμε ακούσει για την προβοκάτσια χιλιάδες φορές. Εν μέρει έχουν δίκιο. Το λούμπεν ακροβατεί με το παρακράτος, τον χαφιεδισμό και τους ασφαλίτες. Τι είναι όμως ποινικό έγκλημα και ποιος το καθορίζει; «Ποινικός» είσαι όταν πετάς μολότοφ, και όταν είσαι βουλευτάκι με offshore εταιρείες δεν είσαι; Όταν κάνεις μπιζνάκια «αθώα», θησαυρίζεις και αφήνεις πίσω σου συντρίμμια, όχι και τόσο εξώφθαλμα όπως αυτά που αφήνει ένας ξεκάθαρος κοινωνικός αγώνας, δεν είσαι λιγάκι ποινικός; Και μας λένε τώρα όλοι οι σοφιστές της αριστεράς: Τα επεισόδια γίνονται για να φοβήσουν το κόσμο να μην βγει στους δρόμους. Οκ συμφωνώ. Είναι αλήθεια. Συμβαίνει κατά κόρον, είναι μία διαλεκτικά παγιωμένη πρακτική του σύγχρονου αστικού κράτους. Αλλά, ας είμαστε και λίγο ρεαλιστές. Μήπως ο κόσμος είναι τόσο πια έτοιμος να βγει στο δρόμο και ο μόνος ανασταλτικός παράγοντας είναι τα μπάχαλα που εκτυλίσσονται; Ως πότε πια η λογική της κοινής γνώμης θα καθοδηγεί τις προθέσεις μας. Την αγανάκτηση μας που πρέπει να εκφραστεί. Όχι (μόνο) απέναντι σε ένα atm, ή ενός καταστήματος στην σταδίου. Αλλά γενικότερα. Υπάρχουν κάποιοι που ακόμα δεν έχουν καταλάβει ότι στην θέση του Αλέξανδρου θα μπορούσαν να είναι όλοι μας. Και δυστυχώς υπάρχουν ακόμη κάποιοι που δεν έχουν καταλάβει ότι πολλοί μπορούν να τραβήξουν την σκανδάλη.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μας περιμένουν στην γωνία, «ας μην κάνουμε επεισόδια γιατί θα στρέψουν το ενδιαφέρον εκεί».

Άλλο ένα επιχείρημα που έχει βάση, αλλά αγνοεί τους γενικούς κανόνες του παιχνιδιού. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σε περιμένουν στην γωνία ακόμα και αν κάτσεις σπίτι σου. Θα σου πετάξουν στην μούρη, σαν χρησιμοποιημένη σερβιέτα, τον κώλο της Τζούλιας Αλεξανδράτου, το καινούργιο σακάκια Armani, την γκολάρα του τρεχαγηρευόπουλου στο ΟΑΚΑ και τα λοιπά και τα λοιπά. Οι εχθροί δεν είναι τα μπατσάκια. Αυτοί είναι απλά τα μεσάζοντα ειδεχθή κομπλεξικά και μισάνθρωπα σκουλήκια. Τα κανάλια του κεφαλαίου παίζουν ιστορικά αυτό τον ερμαφρόδυτο ρόλο της δημοκρατίας που ακούει υπομονετικά όλες τις απόψεις. Και από πίσω όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει. Κουφάλες. Μας την έχουνε τόσο στημμένη που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να μας κάνουν να ανασκευάσουμε τις προθέσεις μας. Τους ξέρουμε και μας ξέρουν. Δεν θα εμπλακούμε σ’ αυτόν τον πόλεμο εντυπώσεων μιας Ιονεσκικής ρητορικής του παραλόγου για τα νούμερα και την κονόμα. Δεν τους περιμένουμε, τους ψάχνουμε. Και με λιγάκι υπομονή, θα έρθει και η ώρα τους.

Οι Θεωρίες συνωμοσίας…(περί ανατροπής της κυβέρνησης)

Επειδή δηλαδή η Άννα Διαμανταπούλου πριν καιρό είχε πει ότι θα υπάρξουν νεκροί στα Εξάρχεια και ότι θα ζήσουμε σκηνές προαστίων των Παρισίων, επειδή συναντήθηκε στη λέσχη Bildeberg πρέπει να πιστέψουμε ότι υπάρχει προαποφασισμένο σχέδιο εκατέρωθεν. Και αυτή η ‘εκτός τόπου και χρόνου’ λογική της συνομωσιολογίας (δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ανέκαθεν μια τέτοια θεωρία κάνει την εμφάνισή της σε καιρούς ραγδαίων εξελίξεων) που διαπνέει αδαής και φαντασιόπληκτους συνανθρώπους μας αναφέρει και άλλες ιδέες που ενισχύουν την υπόθεσή της: «Πώς, λένε, ενώ η δολοφονία συνέβη στις 21:00, στις 23:00 καιγόταν η Αθήνα;» Απάντηση: Αν διαφεύγει από την προσοχή τους, τον τελευταίο καιρό – ιδιαίτερα μετά το σκάνδαλο Βατοπεδίου – υπάρχει αναβρασμός στα Εξάρχεια. Το Πασοκ δέχεται συνέχεια επιθέσεις, το αστυνομικό τμήμα της Καλλιδρομίου και το γραφείο του εμπλεκόμενου Βουλγαράκη επίσης. Ο χώρος γενικά αντιδράει και αντιδράει άμεσα. Μετά από ένα τέτοιο γεγονός, μη σας πω ότι οι δύο ώρες διαφοράς μπορεί να χαρακτηριστεί και ως καθυστέρηση (ο κόσμος είχε παγώσει από το περιστατικό). Στα άλλα επιμέρους, αδυνατώ να μπω στην λογική της συζήτησης. Θεωρώ πως έχουμε να σκεφτούμε πολύ σημαντικότερα πράγματα από το εάν παίζουμε πρωταγωνιστικό ρόλο στα σενάρια επιστημονικής φαντασίας ενός αόρατου και ακαθόριστου «κάποιου». Ακόμα δε και αν είναι έτσι, είναι στο χέρι μας να το ανατρέψουμε και αυτό. Πως; Ανατρέποντας όχι απλά την κυβέρνηση των δολοφόνων, αλλά το πολιτικό σύστημα της χώρας… Και τότε θα γίνει η συνωμοσία του Μαρξ, του Ένγκελς, του Τρότσκι, του Προυντόν, του Κροπότκιν, του Μπακούνιν και όποιων άλλων χωράει ο μπαχτσές… Όλα τώρα αρχίζουν… εμπρός της γης οι κολασμένοι.

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

1 Comment

Leave a Reply