Γεννήθηκα 17Ν

Ελευθερία λόγου και ανελευθερία βίας…

Κείμενο τοποθέτησης στην εκδήλωση του Free Thinking Zone, “Λογοκρισία, Ελευθεροτυπία και Τρομοκρατία”.

Τα θύματα

Για να μη χρειαστεί να απολογούμαι στη συνέχεια και να το καταστήσω σαφές από την πρώτη στιγμή, η πίστη στην αξία της ανθρώπινης ζωής είναι τέτοια που ξεπερνάει την ίδια τη σημερινή κουβέντα. Κανείς δεν είναι σε θέση κατά τη γνώμη μου να αφαιρεί μια ζωή. Όμως, η πολυσχιδής φύση της ανθρώπινης σκέψης φροντίζει να εφευρίσκει αστερίσκους νομιμοποίησης της υπέρτατης αυτής μορφής βίας. Η επανάσταση, ο πόλεμος, η θανάτωση «φυλακισμένων-τέρατα», το «δίκαιο του αδικημένου» και άλλες πολλές διανοητικές εξαιρέσεις μπορούν να μας κάνουν να αναθεωρήσουμε. Να ευλογήσουμε έναν φόνο. Περισσότερο αυτό που μας κάνει να διαφοροποιούμαστε είναι η λογική «οι δικοί μας νεκροί» και οι «δικοί τους νεκροί». Επειδή έχουμε μάθει και συνηθίζουμε να βλέπουμε τον κόσμο ως δίπολα στα οποία πρέπει να αυτο-τοποθετούμαστε. Και ανάλογα με αυτή την διχοτόμηση θέλουμε να προσαρμόζουμε και τα συναισθήματά μας.

Κλαίω για τον Ούλοφ Πάλμε, κλαίω λιγότερο για τον Άλντο Μόρο, δεν κλαίω καθόλου -ίσα ίσα χαίρομαι – για τον Jürgen Ponto.

Η ανθρώπινη απώλεια στο επίπεδο του ατομικισμού δεν μπορεί να έχει διαβαθμίσεις.

Κοινωνία στερεοτύπων

Σε γενικές γραμμές αδυνατώ να καταλάβω γιατί έχει γίνει τόσο θέμα με την κυκλοφορία του βιβλίου του Δ. Κουφοντίνα. Σε μια κοινωνία της νεωτερικότητας, στην Ελλάδα του 2014, μια χώρα που έχει υποφέρει στη σύγχρονη ιστορία της από λογοκρισίες, υποτίθεται πως η ελευθερία της έκφρασης θα έπρεπε να είναι ένα θεμελιωμένο και αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα. Αυτό που εγώ αντιλαμβάνομαι ότι συμβαίνει είναι μια κοινωνία στερεοτύπων που εκ των προτέρων έχει θέση για όλα τακτοποιώντας το κάθε ζήτημα ανάλογα με τις απόλυτες προσλαμβάνουσές της. Είναι σαν να έχουμε «παραταχθεί» σε αντίπαλα στρατόπεδα μη μπορώντας να εγκαταλείψουμε τη θέση μας ούτε ίντσα. Το νέο μεταμοντέρνο δίπολο της μόδας είναι αυτό το «υπέρ της βίας – κατά της βίας». Λες και δεν μπορούμε να ακούσουμε τη θέση της ίδιας της ιστορίας και της διαλεκτικής ανθρώπινης εξέλιξης. Καταδικάζουμε αναφανδόν τη βία «απ’ όπου κι αν προέρχεται» ακόμα κι αν η ίδια μας η ύπαρξη είναι στηριγμένη πάνω σε αυτή. Θεωρούμε πως έχουμε φτάσει στο ζενίθ της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης με την αστική δημοκρατία, σαν το προτσές να έχει τερματίσει. Σαν να είναι η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία τέλεια, αμόλυντη και ιδανική. Αρκεί να θυμηθούμε πως φτάσαμε εδώ. Ξεχνάμε επιμελώς. Ένα πλήθος στη Βαστίλη κάνοντας Kundalini Yoga και διαλογισμό ανέτρεψε την φεουδαρχία. Και λίγα χρόνια αργότερα στη μοναδική παγκόσμια απειλή για την κοινοβουλευτική δημοκρατία, ήτοι το ναζισμό του Χίτλερ, οι σύμμαχοί μας μετά από πολύωρη συζήτηση διαπραγμάτευση και brainstorming διαφύλαξαν τον πλανήτη. Ξεχνάμε εύκολα ότι δεν μας βολεύει.

Από την άλλη υπάρχουν και οι σιωπηλοί «συμπαθούντες». Ένα προσχηματικό «κατά της ένοπλης βίας» και μεταξύ μας ένα σιωπηλό «καλά τους κάνανε». Πάλι επιλογή νεκρών. «Χαίρομαι» για τον Μπάμπαλη, «λυπάμαι» για τον Αξαρλιάν. Μπορεί η εθνική ενότητα να φρόντισε να συγκαλύψει το ατιμώρητο των χουντικών αναμοχλεύοντας το μίσος αλλά καμία «θεία δίκη» δεν λαμβάνει χώρα από κανένα ανθρώπινο χέρι. Καμία δικαιολογία δεν μπορεί να καθαρίσει μια δολοφονία. Ακόμα και αν τα κίνητρα είναι ή βαπτίζονται πολιτικά. Εν τέλει το ένοπλο, πέραν των θυμάτων, θίγει και το ταξικό λαϊκό κίνημα το οποίο θέλει να λέει ότι προασπίζεται.

Είμαστε λοιπόν προκατασκευασμένες έννοιες με συγκεκριμένη αιχμηρή και αταλάντευτη προδιάθεση απέναντι σε ότι συμβαίνει. Εν προκειμένω αυτό που θέλω να πω είναι ότι στα διάφορα υπέρ και κατά πάνελ που έχουν στηθεί οι ρόλοι θα ήταν μάλλον ακριβώς αντίθετοι σε περίπτωση που μιλάγαμε για παράδειγμα για ένα βιβλίο βασανιστή της χούντας που περιγράφει τα βασανιστήρια του. Η «αριστερά» θα έλεγε ντροπή – «λεφτά από αίμα» και η «δεξιά» θα έλεγε «ναι αλλά η ελευθερία του λόγου…».

Η θέση μου είναι σαφής. ΟΛΑ τα βιβλία παντού και πάντα ελεύθερα. Είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο να αφήσουμε στην ατομική κρίση να διαλέξει ποια βιβλία πρέπει και ποια δεν πρέπει να κυκλοφορούν.

Δολοφόνοι και βία

Ως αντανάκλαση αυτής της στερεοτυπικής διάστασης έρχεται και μια δεύτερη επιφανειακή επιλογή. Αυτή της εύκολης ονοματοδοσίας των ανθρώπων. Ο Δ. Κουφοντίνας «ο δολοφόνος» για παράδειγμα. Δεν προσπαθώ να θέσω θέμα αν ο Δ. Κουφοντίνας είναι δολοφόνος. Είναι προφανέστατα καταφατική η απάντηση. Ορισμένα υποκείμενα όμως, ελέω της προσωπικής τους διαδρομής μέσα στις κοινωνικοπολιτικές δομές των κυβερνώντων αυτού του κόσμου είναι σε θέση είτε να αποκρύπτουν, είτε να διαλέγουν τις ταυτότητες τους. Προσπαθώ να σκεφτώ ας πούμε βιβλία ανθρώπων που φιλοκοσμούν ράφια βιβλιοπωλείων παρά τις ύποπτες ταυτότητες των συγγραφέων. Βιβλία που μπορεί κανείς εύκολα να παραγγείλει, να αγοράσει και να διαβάσει στο μετρό χωρίς να τον κοιτάνε ύποπτα και επικριτικά. Βιβλία που υπερβαίνουν το διάλογο για το αν πρέπει να κυκλοφορούν ή όχι. Η Βιογραφία της Μάργαρετ Θάτσερ ας πούμε – πολιτικός (δηλώνει). Φαντάζομαι ότι τα βιβλία της δεν πολυκυκλοφορούν στην Αργεντινή. Χένρι Κίσινγκερ διπλωμάτης και φιλειρηνιστής λέει η πρώτη κουρτίνα. Μάο Τσε Τουνγκ. Παγκόσμιο ρεκόρ εξαφανίσεων ανθρώπων. Λατρεμένος ανάμεσα στους Βουδιστές μοναχούς. Αυτά τα βιβλία τα πουλάμε; Η λίστα του αίματος είναι δυστυχώς και τεράστια και σχεδόν αδύνατον να ελεγχθεί. Ο υποκειμενισμός καταντάει σίγουρα ανελευθεριακός.

Εκδοτικός Οίκος και Κέρδη

Η επιλογή του εκδοτικού οίκου

Ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί αδιάκοπα στο κείμενο του τη λέξη αλληλεγγύη και δημοσιεύει στον οίκο Λιβάνη τι στιγμή που η κρίση έχει πλήξει όλες τις «αλληλέγγυες και αριστερές» εκδόσεις είναι το λιγότερο περίεργο. Περίμενα και έναν λιγότερο εριστικό τίτλο. Είναι σκληρό το «Γεννήθηκα 17Ν». Και τελείως αντι-διαλεκτικό. Σκέφτομαι την αντιρατσιστική προπαγάνδα του «Έλληνας δε γεννιέσαι – γίνεσαι». Αν είναι να γεννιέσαι ένοπλος τότε είναι Οκ να γεννιέσαι και τύραννος, δικτάτορας ή φασίστας.

Η διαδρομή των κερδών

Δεν είμαι καθόλου αρμόδιος να μιλήσει για το πως νομικά μπορεί να κυνηγηθεί η κερδοφορία εκδότη και γράφοντος από το εν λόγω βιβλίο. Θα έπρεπε γενικότερα να μιλάμε για διαδρομές κερδών στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Μου κάνει αίσθηση που είναι το μόνο βιβλίο στο οποίο αυτό συζητιέται. Ας είναι τουλάχιστον η αρχή και ας μην περιοριστεί στα κέρδη από έντυπα…

Η συνεισφορά του βιβλίου

Ποιος θα μας μιλήσει για τη 17Ν;

Είτε μας αρέσει είτε όχι ο Δ. Κουφοντίνας εμφανίζεται ως το πιο συνεπές και συνεκτικό – με όλες του τις στρεβλώσεις – πολιτικά και ιδεολογικά μέλος της οργάνωσης. Παραδόθηκε, απολογήθηκε (παρεμπιπτόντως η απολογία του δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες-γιατί άραγε;), αναγνώρισε την ταυτότητά του ως 17Ν. Ακόμα και αυτή την έλλειψη συγνώμης που θα θέλαμε να ακούσουμε πρέπει να την καταλάβουμε (Την ξαναβλέπουμε άλλωστε στους ναζί). Και ενδεχομένως να ασχοληθούμε λίγο περισσότερο με την ιστορία του σωφρονισμού που μας διέφυγε στην πορεία της «ανάπτυξης».

Θυμόσοφο λοιπόν αλλά και ταιριαστό αυτό το «Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς» έρχεται να μας θυμίσει την σημασία της ταυτότητας του γράφοντος. Εν προκειμένω, τι πιο λογικό από έναν αντάρτη πόλεων (έτσι αυτοαποκαλείται) και μέλος της σημαντικότερης οργάνωσης ένοπλου αγώνα στη μεταπολίτευση να μας μιλήσει γι’ αυτό. Προτιμάμε δηλαδή τις ύποπτες λεπτομερείς αφηγήσεις δημοσιογράφων (που σε μια ευνομούμενη πολιτεία θα έπρεπε να μας μιλήσουν για τις πηγές τους); Προσωπικά στη συγκεκριμένη ιστορία, πέρα από ιδεοληψίες και πιστεύω θα ήθελα να ακούσω και την άποψη των αρχών που συνέλαβαν αυτήν την οργάνωση. Μήπως και καταλάβουμε αν η στρατιωτική διάβρωση της 17Ν λαμβάνει χώρα πολύ πριν τη σύλληψής της (συνέβη σε ευνοϊκότατο πολιτικό πλαίσιο) και η οργάνωση διαβρωμένη και εκμαυλισμένη εξυπηρετούσε συγκεκριμένους σκοπούς και στόχους.

Η αριστερά της μεταπολίτευσης

Ο Κουφοντίνας αναλύει τα πρώιμα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Στέκεται στην μετάβαση από την εξεγερτική διάσταση της γενιάς του Πολυτεχνείου – την κοινωνία που ήθελε να τα αλλάξει όλα – στην «εθνική ενότητα» τι συμβιβασμό και το ρεφορμισμό της καθεστωτικής αριστεράς. Προσπαθεί να δικαιολογήσει την στροφή στο ένοπλο όλων όσων ένιωθαν προδομένοι από την ηγεσία μιας αριστεράς που συμβιβαζόταν όλο και περισσότερο. Στον ατελείωτο κατάλογο της λαϊκής προδοσίας. Σήμερα, σε μια ακόμη κρίσιμη περίοδο της ιστορίας η αριστερά συνεχίζει να «κανονικοποιείται» αφήνοντας άστεγη την πολιτική βάση η οποία (φυσικά με την ατομική και προσωπική ευθύνη του καθενός) δείχνει πρόθυμη να προσφύγει σε φαύλους κύκλους τυφλής βίας.

Συνοψίζοντας, καταλαβαίνω τη συναισθηματική διάσταση εναντίωσης με την κυκλοφορία του βιβλίου. Αλλά διαφωνώ κάθετα με τις απαγορεύσεις και την προπαγανδιστική τρομοΰστερία που μόνο στόχο έχει τον αποπροσανατολισμό. Η ελευθερία απαιτεί προσωπικές υπερβάσεις απ’ όλους. Και σε καμία περίπτωση οι οπορτουνιστικές χρήσης της υπόθεσης («αυτοδιαφημίζομαι» παίρνοντας θέση στο θέμα) δεν βοηθάνε καθόλου στη λύση του.

Ευχαριστώ πολύ το Free Thinking Zone για τη φιλοξενία των θέσεών μου

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment