Η Ευα και η Ηρα

Σε μια από εκείνες τις βόλτες στον λόφο της Οκτωνιάς, ανακαλύψαμε την ύπαρξη της Εύας και της Ήρας. Η ιστορία έχει ως εξής: Ανηφορίζεις και εμφανίζονται δύο κουτάβια περιχαρεί. Έχουν ήδη έρθει σε επαφή με την ευχάριστη πλευρά του ανθρώπου και δεν φοβούνται. Δεν θυμάμαι αν τα είδαμε από την μέσα, ή την έξω πλευρά του φράχτη του σπιτιού όπου τα φιλοξενούσε, θυμάμαι όμως ότι είχαν ήδη διεκδικήσει χωρίς αναστολές το δικαίωμά τους στην απόλυτη ελευθερία και την χλόη που τους χάιδευε καθώς ανακάλυπταν αυτά που σε μας φαίνονται ξεπερασμένα.Φυσικά μας ακολούθησαν. Δεν ξέρω ακριβώς πως ένας σκύλος σου μεταδίδει τόσο εύκολα, τόσο αβίαστα, τόσο άμεσα, τόση αποδοχή και αγάπη. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος της πρωτοκαθεδρίας του ανάμεσα στα ζώα που περιστοιχίζουν το πιο δυστυχές και άμυαλο ζώο, τον άνθρωπο.Εκδρομή με εκδρομή λέγαμε για αυτές. Τις περιμέναμε να εμφανιστούν, όταν μύριζαν από χιλιόμετρα συντροφιά, φαγητό και χάδι. Προσμονή για το γάβγισμα της χαράς, για την ουρά που πήγαινε πέρα δώθε και την υποταγή σε αυτόν που τόσο εύκολα και απλά μπορούσε να τους προσφέρει φαγητό.

Η αρχηγός (του ντουέτου τους) Ήρα και η πιο εκδηλωτική Εύα έβγαλαν έναν δύσκολο χειμώνα περιμένοντας τα αφεντικά τους και τους όποιους άλλους συνεπλέκονταν με το δικό τους φυσικό περιβάλλον κάποιο Σαββατοκύριακο. Εκεί, στον ωραίο λόφο της Οκτωνιάς. Οι προσπάθειες του αφεντικού τους να τις κρατήσει δέσμιες μέσα στην αυλή “του σπιτιού τους” (ηλίθια ανθρώπινη κτητικότητα) αποτύγχανε παταγωδώς. Πότε πήδαγαν τον φράκτη, πότε έσκαβαν κάτω από τα σύρματα (άλλη σπουδαία ανθρώπινη ανακάλυψη), οι δύο φίλες σάλπαραν για την δική τους ελευθερία. Ξάπλα στα χωράφια, κυνήγι με τον αέρα, γνωριμίες με άλλους κατοίκους της φύσης, ραχάτι, απόλαυση και ραστώνη. Πότε με βροχή, πότε με χιόνι, πότε χωρίς φαΐ, πότε με κανένα εκλεκτό μεζεδάκι.

Από Σαββατοκύριακο σε Σαββατοκύριακο θυμάμαι συζητάγαμε για το πόσο είχαν μεγαλώσει. Τσοπανόσκυλα γαρ, από κουτάβια είχαν γίνει μέσα σε 5 μήνες 40 περίπου κιλά και είχαν προδιαγραφές για πολλά περισσότερα. Εύρωστα σκυλιά. Πλάσματα της φύσης και όχι υβρίδια ανθρώπινων επινοήσεων και διασταυρώσεων με μυϊκό σύστημα γυμναστηρίου και εμφάνιση αψεγάδιαστη για να μπούμε στην μύτη του γείτονα. Παράλληλα, τα τσοπανόσκυλα είχαν αναπτύξει και τις δικές τους ιδιαίτερες προτιμήσεις ακούγοντας προσεκτικά τις επιταγές της φύσης τους.

Στο χωριό ψιθυριζόταν ότι την έπεσαν σε μια κότα (έγκλημα!). Μου ήρθαν οι πρώτες κακές σκέψεις, αλλά θεώρησα ότι είμαι υπερβολικός και ότι σκέφτομαι σαν άνθρωπος, σαν κακός δηλαδή άνθρωπος. Κάναμε μια νύξη στον ιδιοκτήτη τους να τις κρατάει όσο μπορεί μέσα, γιατί οι χωριάτες ίσως υπολογίζουν τις ζωές των ζώων κάπως διαφορετικά (δυστυχώς όχι και την δική τους). Η Εύα όμως και η Ήρα δεν πειθάρχησαν ποτέ.

Το προηγούμενο Σάββατο όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου ήταν το τελευταίο πράγμα που μπορούσα να σκεφτώ. Η Εύα και η Ήρα βρέθηκαν δηλητηριασμένες επειδή την έπεσαν σε ένα κοτόπουλο. Χωρίς βέβαια το αφεντικό της κότας, έχοντας και ο ίδιος όμορη φύση με το ζωντανό αυτό, να έχει πάει να ειδοποιήσει τον ιδιοκτήτη των σκυλιών. Να του έχει πει, ξέρεις κάτι έχω πρόβλημα. Αντί να φάω 5 αυγά αυτή την εβδομάδα θα φάω 3 γιατί τα ζωντανά σου κυνήγησαν και σκότωσαν (?) μια κότα μου. Σε παρακαλώ, κράτα τα μέσα και πλήρωσέ μου και τάδε ευρώ. Μπα… Η μαγκιά του βλάχου είναι άλλη. Παίρνει, κιμά, τον ποτίζει με στρυχνίνη και σκοτώνει. Γιατί του βλάχου του αρέσει να σκοτώνει. Είναι αυτοί που κυνηγάνε μέσα από το αυτοκίνητο περιμένοντας στην πηγή να έρθει το ζώο να πιει νερό (φοβεροί κυνηγοί!!!), που φωλιάζουν αλεπούδες, που σκοτώνουν όποιο γατί τύχει να περάσει απ’ το δρόμο τους μαρσάροντας το άρμα της ανυπαρξίας τους.

Είμαι σίγουρος ότι δεν του πέρασε καν από το μυαλό για το μαρτυρικό θάνατο των δύο σκύλων. Ούτε ότι με αυτό που έκανε δεν θα αποζημιωθεί εν τέλει (το δικαιούται εξάλλου) και για την δική του σκοτωμένη (όπως ισχυρίζονται) κότα. Δεν του πέρασε από το μυαλό η δυστυχία που έφερε στον ιδιοκτήτη των σκύλων, στα δύο του παιδιά που ταξίδευαν με προσμονή μέχρι να συναντήσουν τα ζώα τους και σε όλους όσους έτυχε να έχουν γνωρίσει αγάπη από αυτά τα δύο υπέροχα πλάσματα. Όχι αυτά είναι σκέψεις που δεν συνάδουν με την πρακτικότητα των εύρωστων και σε αρμονία με την φύση χωριατών.

Η Εύα και η Ήρα ακολούθησαν μέχρι τέλους την δική τους φύση. Φυσικά, δεν ισχυρίζομαι ότι καλά έκαναν και σκότωσαν την κότα του οποιουδήποτε κατοίκου του χωριού. Αλλά για αυτό υπήρχε λύση, ακόμα και αν αυτή ήταν η καλύτερη περίφραξή τους (ίσως η συχνότητα ταΐσματος από την ηλεκτρονική ταΐστρα, αν και εγώ στην θέση τους θα προτιμούσα από Friskies μια κότα). Σίγουρα πάντως η μόνη λύση δεν ήταν αυτή που διαπράχθηκε. Αυτή που αντί της αγάπης που τα δύο σκυλιά εξέπεμπαν έχει γεμίσει τον ωραίο λόφο της Οκτωνιάς με μίσος. Με ένα εν δικαίο μίσος, για έναν πανηλίθιο δολοφόνο της φύσης.

Φυσικά στην Οκτωνιά, όπως και σε κάθε άλλη Οκτωνιά επικρατεί μια εκκωφαντική ομερτά. Όλοι ξέρουν, κανείς δεν λέει. Όλοι καταδικάζουν την πράξη, αλλά και όλοι καταλαβαίνουν, γιατί αν ήταν η δική μου η κότα; Και αν αύριο μεθαύριο η Εύα και η Ήρα τους έφερναν καμιά αρρώστια; Και αν την έπεφταν και σε αρνιά; Και αν κατασπάραζαν και το παιδάκι τους; Τους βλέπεις όλους εκεί να κοιτιούνται μεταξύ τους. Να πηγαίνουν ήσυχοι στην εκκλησία, να ανάβουν τα κεριά τους. Ένας πυρομανής, ένας κτηνοβάτης, ένας αιμομίκτης, ένας μέθυσος, φιλάνε το χέρι του παπά και εξαγνίζουν μέσα τους όλα αυτά που οι άλλοι ξέρουν και φυλάσσουν σαν ιερή συνθήκη. Δεν περιμένω λοιπόν να μάθω ποιος το έκανε, γιατί πολύ απλά αυτό δεν θα αλλάξει τίποτα για την Εύα και την Ήρα. Ούτε προσδοκώ από την δολοφονία αυτή να κατανοήσω το θέατρο που έχει δέσει αυτές τις ανθρώπινες σχέσεις, σε αυτό το συγκεκριμένο χωριό. Δεν διατείνομαι εξάλλου πως στην πόλη δεν έχει κουκλοθέατρο, ή πως μόνο οι χωριάτες δολοφονούν θρασύδειλα ζώα. Το “ζώον λόγον έχων” έχει εκπέσει παντού και η άνοιξη ήρθε να μας θυμίσει πως το βασίλειο μας στην γη έχει σαφή ημερομηνία λήξης.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment