Καλοκαίρι

Κι όμως αυτό το κίτρινο χρώμα είναι το πρώτο πράγμα που του ερχόταν στο μυαλό όταν άκουγε τη λέξη καλοκαίρι. Ίσως η κυκλαδίτική του καταγωγή, ίσως οι αμέτρητες καλοκαιρινές νύχτες στο νησί, ίσως η εικονοπλασία του Νίκου Λύτρα (ένας μεγάλος ζωγράφος μεταβαίνει από την παρατήρηση στην εννοιολόγηση). Πάντως ο Φ άκουγε καλοκαίρι και έβλεπε κίτρινο. Χωρίς δόση άνυδρου παραλληλισμού το δικό του κίτρινο ξεπέρναγε το μπλε της θάλασσας και υποβάθμιζε αυτή την εποχή μπροστά στα γκρι και τα άσπρα και τα πράσινα. -Αν το βλέπεις χρωματικά, δεν είναι δα και κάτι σπουδαίο συνήθιζε να λέει κάθε φορά που με μαεστρία πήγαινε την κουβέντα των εποχών στα χρώματα.

Ο Μ είναι ένας ακόμα που δεν φταίει. Κανείς δεν ξέρει αν κρύβει. Κανείς δεν ξέρει τι κρύβει. Τι ξέρει. Τι του λένε. Τι του έχουν πει. Περνάει το δικό του αιώνιο στρατιωτικό. Σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης με μικροαστική επικάλυψη. Ένα κενό που καλείται να γεμίσει. Και δυο ανώτεροι στο αξίωμα. Χωρίς γαλόνια αλλά με στόχους και σκοπούς. Τώρα περιμένουν από εκείνον, χωρίς να τον έχουν ετοιμάσει. Να γεμίσει το δικό τους κενό. Έτσι, φοβισμένος ο Μ τριγυρνάει στα παλιά του στέκια. Πότε μόνος, πότε με φίλους. Κρατάει ένα παγωτό. Κοιτάει αμήχανα. Με μια σαφέστατη δόση ενοχών κληροδοτημένων από άλλους. Είναι από αυτούς που δεν παύουν ποτέ να ελπίζουν χωρίς να χολοσκάνε όμως κιόλας. Κάνει σινιάλα στους παιδικούς του φίλους. Σιγομουρμουρίζει. Απομακρύνεται. Ακόμα και το καλοκαίρι ο ουρανός μπορεί να μαζέψει σύννεφα. Συνηθίζει να σταματάει σε κούνιες. Κάθε καλοκαίρι.
Η Α χάζευε το πλήθος. Από την πρώτη κιόλας νύχτα στην ΕΡΤ. Ένα υποσύνολο ελπίδας μέσα στον άλλοτε παρονομαστή της κανονικότητας. Ο κόσμος μαζεύτηκε πολύ γρήγορα. Τουλάχιστον πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι έφυγε. Μια ανομοιογενής ομοιογένεια. Ως σύνολα είχαν όλη μια εύκολη λύση απομάκρυνσης. Ως άτομα υπογράμμιζαν τη δική τους επαναστατική ιδιαιτερότητα. Το δικό τους αμόλυντο. Το καθαρό. Μια κραυγή εναντίωσης πριν από τα μπάνια του λαού. Η θάλασσα ξεπλένει. Όχι όμως τη ματαιότητα.

Η Σ θυμόταν κάθε καλοκαίρι να δουλεύει. Σεζόν στο μοναδικό της νησί. Εξυπηρετούσε ξένους και ντόπιους με μια αίσθηση ευθύνης. Ενός τόπου μοναδικού – έτσι ένιωθε-. Και ίσως έτσι να ήταν. Συνήθιζε να γεμίζει με χαρά βλέποντας άλλους να διασκεδάζουν. Και ο Σεπτέμβρης ήταν αποζημιωτικός. Η δική της σειρά να μπει στη θάλασσα. Να ξεπλυθεί σε νερά που είχαν ήδη απαλλάξει τα βάρη άλλων. Μια αίσθηση θυσίας λυτρωτικής. Αυτό που σώνει είναι τελικά να προσθέτεις σε κάτι δυσκολία. Και η Σ είχε χαράξει αυτή τη διαδρομή.

Ο Γ ετοίμαζε το αυτοκίνητο των διακοπών περίπου μια εβδομάδα πριν αυτές ξεκινήσουν. Γκρίνιαζε πάντα βέβαια. Πότε ο αριθμός των αποσκευών, πότε κάποια μικρή αβεβαιότητα, πότε η ζέστη, μα πάντα η προσμονή. Η Κ καταπιεζόνταν αλλά δεν έλεγε τίποτα. Αναχώρηση ξημερώματα. Νεκρός κεντρικός καθρέπτης, ένας σκύλος ένα παιδί και μια προγραμματισμένη βασιλική περιπέτεια. Χωρίς budget. Χωρίς άγχη. Κάθε καλοκαίρι και μια νέα ανακάλυψη. Κολύμπι, φαγητό, γέλια. Ανάσες. Ακόμα και για τώρα.

 – Εγώ παίρνω άδεια μόνο Ιούλιο. Και άδεια η επαρχία (ηπειρωτική αποφεύγω τα νησιά) και άδεια η Αθήνα τον Αύγουστο. Άσε που και στατιστικά οι μεγάλες ζέστες είναι τον Ιούλιο. Ο Β διακατεχόταν πάντα από μια αλάθητη σιγουριά για τις επιλογές του. Φέτος όμως δεν είχε το δικαίωμα αυτής της επιλογής. Η εταιρεία όπου εργαζόταν θα έκλεινε τον Αύγουστο (υποχρεωτική άδεια για όλους). Βέβαια ήταν ούτως ή άλλως 3 μήνες απλήρωτος οπότε το όλο θέμα διακοπές ήταν στον αέρα. Χωρίς σπίτι στην εξοχή, χωρίς χωριό, χωρίς μια σύνταξη κάποιου “εξ αγχιστείας” χρηματοδότη. Χωρίς καμία υπεξαίρεση από το ελληνικό δημόσιο. Αισιόδοξος γαρ και κλείνοντας μαεστρικά τα αυτιά του στην γκρίνια της κυράς του κατέληξε να λέει. – Η Αθήνα θα συνεχίσει να είναι άδεια τον Αύγουστο. Ο Β είχε με κάποιο τρόπο γονιδιακά νικήσει την κατάθλιψη.

Τόσο ζέστη μπορεί και να σημαίνει σεισμός. Λαϊκός μύθος. Και έτσι ξεκίναγε ένα ακόμη debate με ένταση σε ένα μπαλκόνι χουντικής πολυκατοικίας στα σύνορα Κυψέλης και Πατησίων. Ο Μ επέμενε, ο Σ ζήταγε επιστημονικές διακριβώσεις, η Α τεκμήρια παρελθοντολογίας, ο Ζ μίλαγε για έργα θεών και δαιμόνων. Όλα αυτά εν μέσω μπιρίμπας, καρπουζιού και μπύρας. Η κουβέντα άναβε και δεν κατέληγε πουθενά. Τελικά σεισμός δεν έγινε εκείνο το καλοκαίρι, αλλά το φθινόπωρο που ακολούθησε. Με κάποιο λοιπόν μαγικό τρόπο καθένας εκ των συμμετεχόντων ένιωθε δικαιωμένος.
Καλοκαίρι σημαίνει θερινό σινεμά, σουβλάκια σε πλατείες, παππούδες που βγάζουν τις καρέκλες έξω στις γειτονιές, παιδιά που αλητεύουν με ποδήλατα. Αυτό μου έχει μάθει η παιδική μου ηλικία και η γειτονιά μου. Σαν φράση φαίνεται απλά νοσταλγική. Είχε όμως έναν υπόκωφο τόνο συγκριτικής επιθετικότητας έτσι όπως η Φ μίλαγε στον έφηβο Μ. Ο τελευταίος είχε εξισώσει τα καλοκαίρια με aircondition και gaming μπροστά σε μια οθόνη, στο απόκρυφο μικρό του δωμάτιο. Η διαφορετικότητα δεν είναι λεπτομέρεια αλλά η ουσία και για τον Μ το καλοκαίρι ήταν εξίσου μαγικό.

Η όλη εικόνα της πόλης αλλάζει όταν κλείνουν τα σχολεία. Αν και η μαθητική “συνέπεια” έχει ευτυχώς αλλάξει. Σε μια χώρα που η εκπαίδευση είναι καταναγκασμός. Τα παιδιά ντυμένοι πλέον σαν 30άρηδες ξαμολιούνται. Η Α είχε πάντα κάτι κακό να πει για τους νέους. Τους έβλεπε με περίσσιο σαρκασμό. Μέσα στο καλοκαίρι όμως ακόμα και η κριτική της κάλμαρε. Έμενε μόνο να εξιστορεί τα δικά της καλοκαίρια. Τις ποδηλατάδες, τις παρέες τις γειτονιάς, τα πρώτα φιλιά. Τα παιχνίδια χωρίς τεχνολογία αλλά με τεχνική. Τον μιμιτισμό των συμβόλων. Την εξερεύνηση νέων γειτονιών ή την ακόμα πιο αστεία εξερεύνηση οικοδομών. –Μεγαλώνοντας απλά ξεχνάς να περνάς καλά είπε μετά την θύμηση των καλοκαιριών της. Και ξαναγύρισε στην ασφάλεια της κριτικής που δεν κουβαλάει ούτε μελαγχολία ούτε και ανάμνηση.

Η άμμος έκαιγε. Αλλά η σκηνή ήταν καλά στημένη. Ένα γέρικο αρμυρίκι την κράταγε δροσερή μέχρι τουλάχιστον στις 8 το πρωί. Ούτως ή άλλως το ευτυχές ζευγάρι μαζευόταν μέσα νωρίς και ο ύπνος ήταν αρκετός. Μπάνιο, ζεστό κρασί, φύση, έρωτας, διαιτητική αναγκαιότητα. Είδηση οι σφήκες που μαζεύτηκαν, οι σαύρες που κρύφτηκαν,τα κουνούπια που πλήθυναν, το Fenistil που τελείωσε, η καινούργια σκηνή στην άλλη πλευρά της παραλίας. Αυτό που είχε αξία ήταν η απουσία χρονικότητας και τοπικότητας. Μετά από μερικές ώρες η σκηνή ήταν στημένη στο κάπου. Και τα πασαλάκια κράταγαν γερά. Σκηνές του μέλλοντος που πέρασε.

Ίδρωνε σε έναν ακόμα ξαφνικό εφιάλτη. Ο Κ δεν μπορούσε να καταλάβει πως οι άλλοι πήγαιναν για ύπνο με τη φωτιά να δείχνει ότι πλησιάζει το χωριό. Η φοβία που φαίνεται σαν φόβος; Άλλη μια πλατφόρμα υπερβολής του; Ο ίδιος πάλι να νιώθει υστερικός, ανάμεσα σε σοβαρούς και ψύχραιμους. Ή σε φοβισμένους με καλύτερες βιτρίνες. Όπως και να χε η φωτιά ήρθε χωρίς να ρωτήσει για φόβους, άγχη, υστερίες, σοβαρότητες και σοβαροφάνιες. Η ψυχραιμία είναι προσόν, αλλά το νερό είναι σημαντικότερο το καλοκαίρι. Εξάλλου ο Κ συνήθιζε να έχει πολλαπλές αναγνώσεις σε κάθε τι που τον απασχολούσε. Και η φωτιά ήταν το πρόσχημα.

Ξέρεις πως είναι να πατάς αχινό. Πονάει σα να σε τρυπάει σπαθί. Έλεγε ο μικρός Θ στον εξίσου κατάτι μικρότερο Ζ. Η παιδική φαντασία είναι συνώνυμη με το καλοκαίρι. Εξαπλώνει την σύγκριση στον υπερθετικό βαθμό υπερβαίνοντας τον διαχωρισμό καλού – κακού. Ο Ζ έτσι ένιωθε άσχημα που δεν είχε επιζήσει αυτής της τρομακτικής εμπειρίας. Σε ένα μώλο στην Τζιά τα παιδιά ιεραρχούσαν τις εμπειρίες τους. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις την αλήθεια από το ψέμα καθώς η κατάταξη είναι υψίστης σημασίας. Στον ίδιο μώλο η Ι είπε το πρώτο σοβαρό της ψέμα. Το πρώτο; Τουλάχιστον το πλέον ευδιάκριτο. Ο Κ γύρισε το κεφάλι ενοχλημένος. Το κατάπιε γιατί ήταν καλοκαίρι. Ή γιατί άξιζε. Και ο χρόνος δικαίωσε απόλυτα τη γνώση της συγκεκριμένης πραγματικότητας.

Ο Γ έβγαζε την καρέκλα του στο δρόμο. Κάθε απόγευμα γύρω στις 6. Είτε είχε καύσωνα είτε αεράκι. Η Τ τον ακολουθούσε. Συνήθως τον έβριζε και λίγο. Μετά έρχονταν οι απέναντι, οι δίπλα. Το πρώτο παιχνίδι ήταν να αναγνωρίσουν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα του δρόμου. Οι νοικοκυρές με έναν background ανταγωνισμό έβγαζαν γλυκά του κουταλιού και φρούτα. Σύκο, σταφύλι, λουκούμια, καρπούζι. Καφές ελληνικός. Καϊμάκια. Καπέλο και πρόσθετα γυαλιά. Η παρέα το διάλυε ώρα 9. Ώρα ύπνου.

Ο Α βγαίνει στο μπαλκόνι ψάχνοντας για γαλάζιο. Αλλά που. Η κλασσική δυσκολία αναπροσαρμογής της συνήθειας. Στην Ευρώπη υπάρχει μια διαφορετική έννοια του ουρανού. Και ενώ η σύγκριση της ζωής το χειμώνα μπορεί να είναι κερδοφόρα για τον πολιτισμό της βαρβαρότητας το καλοκαίρι η αυθεντική βαρβαρική δεν έχει αντίπαλο. Αυτά σκεφτόταν καθώς κάπνιζε ενοχικά ένα μετα-launch τσιγάρο. Του απέμεναν 2 βδομάδες σκληρής εργασίας μέχρι να ανοίξει τα φτερά του για τον επαναπατρισμό. Είναι ξανά αυτή η δομική έννοια της θυσίας. Ένας χειμώνας κατακόμβη σε γραφεία τάφους και η εξαργύρωση του αδυσώπητου καλοκαιρινού ήλιου της θάλασσας και της ραστώνης. Αυτή είναι η ανταλλαγή. Ο κύκλος. Το γέμισμα.

Ένα βετέξ για το τραπέζι. Η Λ έβλεπε τον θείο να ετοιμάζει. Μυσταγωγικά όπως κάθε καλοκαίρι έστηνε το τραπέζι της πίσω αυλής. Με έναν γέρικο σκύλο να στριφογυρνάει στα πόδια του. Έκανε τις ίδιες κινήσεις. Άλλαζε τις λάμπες, άνοιγε την ομπρέλα, τίναζε τις καρέκλες. Η Λ θυμήθηκε όλους όσους κάθισαν σε αυτές. Φίλοι, γνωστοί, φίλοι φίλων. Αναρωτήθηκε τι να απογίνονται όλοι όσοι έχουν απομακρυνθεί από την καταστροφική καθημερινότητα. Στο τέλος θυμήθηκε όσους πλέον δεν μπορούν να είναι εκεί. Όχι ότι τους είχε ξεχάσει. Αυτό πολύ απλά δεν γινόταν. Η πρώτη ψιχάλα ήρθε φυσικά σαν το χορό που βγαίνει στην σκηνή στην κορύφωση του δράματος. Η Λ δεν κατάλαβε ότι ήταν από τον ουρανό καθότι είχε ήδη αρχίσει να κλαίει. Μαζεύτηκε. Και είδε εκείνο το καλοκαιρινό μπουρίνι να ξεπλένει τη Ραφήνα. Όπως έκανε παλιά με τη μαμά της και την αδερφή της και το λάστιχο. Έτσι και φέτος.

Βρομισμένα παπούτσια και κόσμος. Υπάρχει μια ειδική κατηγορία εικόνων και συναισθημάτων που περιγράφουν αυτό που ακολουθεί μιας συναυλίας. Ένα ακόμη σήμα κατατεθέν του καλοκαιριού. Το να σηκώνεις σκόνη δεν είναι δα και λίγο πράγμα. 50 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη. Μέσα σε δέντρα. Αυτοκίνητα και φασαρία. Πηγαινέλα. Βόμβος στα αυτιά. Κάποιοι ευτυχισμένοι για το πρόγραμμα, κάποιοι παραπονεμένοι για τυχόν παραλείψεις, κάποιοι ερωτευμένοι που δεν νοιάζονται για τίποτα. Το βράδυ τα ενώνει όλα. VIP καρτελάκια και τσαμπατζήδες. Μια ταξικότητα που εξοστρακίζεται στο θέρος. Ελπίδα για όλους.

Την είδα πρώτη φορά το Γενάρη. Παρένθεση. -Άλλαζε άρδην η φωνή του κάθε φορά που μίλαγε για εκείνη-. Και φυσικά δεν έμεινα στη μία φορά. Ακόμα θυμάμαι την πρώτη φορά που την είδα γυμνή. Η πρώτη γυμνή στο καινούργιο του σπίτι. Ο Κ ένιωθε εκστασιασμένος. Και τώρα που γράφει αυτά τα λόγια την κοιτάει να χαζοπαίζει με τα μαλλιά της. Λίγο πριν παραδοθεί στην αγκαλιά μας ευτυχισμένης κούρασης. Μπορεί απλά να την κοιτάει για ώρες. Μέχρι να του θυμίσει ο καλοκαιρινός ήλιος ότι δουλεύει.Σηκώνεται χωρίς να την ξυπνήσει. Ένα φιλί στο μάγουλο. Ένα χάδι. Μια ματιά. Καλοκαίρι.

Παιδικές φωνές. Τραμπάλες και κούνιες. Πεύκα. Μια εκκλησία που ξαφνικά δεν σε ενοχλεί. Στην πλατεία ενός χωριού. Κάθε χωριού. Ένα καφενείο, ένας φούρνος. Ένα καινούργιο μαγαζί. Μια παρέα κουρδίζει. Η μουσική σκεπάζει τα παιδιά που κοιτούν με ενδιαφέρον. Το χωριό μαζεύετε. Άσχετα αν σε κάτι μέρες έχει πανηγύρι. Τα κορίτσια στολίζονται. Οι άτυχες λερώνονται με παγωτό. Η μουσική τελειώνει. Τα τραπέζια μαζεύονται γρήγορα για να ξαναστηθούν το πρωί. Κι η ζωή κυλάει με κύκλους.

Ένα γαλάζιο βράδυ, καλοκαίρι,

Ανάμεσ’ από στράτες θα βαδίσω
Στάχια και χλόη αφράτη θα πατήσω
Κι κόμη μου θα λούζεται στ’ αγέρι.
 
Χωρίς μιλιά και στοχασμό κανένα
Κι αγάπη την ψυχή να πλημμυρίζει
Θα γίνω ένας αλήτης που γυρίζει
Μ’ ένα κορίτσι ξέγνοιαστος στα ξένα. 
Ο Ν είχε άγχος. Αλήθεια είναι δύσκολο να τον θυμηθείς έτσι. Να αισθανθείς αυτή τη γύμνια. Μπροστά σε ένα κόσμο που περιμένει από σένα. Σε έναν κόσμο που αγαπάς – και θες να πιστεύεις αμφίδρομα σου’ ρχεται πίσω. Να πρέπει να αραδιάσεις λεπτομερώς όλα όσα συμβαίνουν αυτά τα παράξενα βράδια. Τα βράδια που η σκέψη νοσταλγεί ονειροπολώντας. Τα βράδια γεμάτα φεγγάρι. Τα βράδια που ο Ν γέρνει στην καλντέρα των συμβάντων του. Για αυτά τα βράδια μας μίλησε.
Ο Γ έχει αρχίσει να φοβάται. Αυτό και μόνο λέει πολλά. Ένα γραφείο που θέλει να αδειάσει. Εργοτάξια που μένουν τρόπον τινά άδεια και περιμένουν. Μια διαδρομή μόχθου που τώρα οφείλει να εξαργυρωθεί. Όλα αυτά με το καλοκαίρι να είναι στο απόγειό του. Και τον περίγυρό του να το ζει, αξίζοντας το. Η δυσκολία του κάθε πονήματος εξαρτάται εξάλλου κυρίως από τις μεταβλητές που το περιβάλλουν. Ένα ακόμη καλοκαίρι μισό. Πριν να ‘ρθουν πολλά και ολόκληρα να εκπληρώσουν το ανεκπλήρωτο. Και κάποιος να πάρει από πάνω του αυτές τις υποχρεώσεις.

Βαριά λευκή φερ-φορζέ κάτω από έναν ευκάλυπτο. Ο Α με την Μ κοιμούνται αγκαλιά σε μια κούνια. Η μικρή Μ προσπαθεί να παίξει ήσυχα. Ο παππούς φοράει τα ειδικά γυαλιά και διαβάζει εφημερίδα. Νεκροί στην Αίγυπτο, εξέγερση στην Τουρκία, άνθηση του ελλαδικού τουρισμού. Σκέφτεται την ελιά και το δάκο. Φύλλα θροΐζουν. Τζιτζίκια λαρυγγίζουν. Μύγες τριγυρίζουν. Τους παρατηρώ αμίλητος. Συλλέγω αυτή τη σειρά των ενσταντανέ. Η ζωή μας έχει αλλάξει και όμως η ομοιότητα είναι έκδηλη. Δημόκριτος μέσα στον Ηράκλειτο. Κοιτάω τον ουρανό. Ένα ακόμα καλοκαίρι.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.