«Ντάνος» πνίγηκε στην προσπάθεια του να καβαλήσει ροζ φλαμίνγκο

Στον πλανήτη μπαλαλάικα δεν έχει «Ελληνικό καλοκαίρι». Δηλαδή δουλειά με καύσωνα, ζέστη, γκρίνια, ταλαιπωρία, στον βωμό των «μπάνιων του λαού». Αυτές τις εικόνες αποκάλυψης που στοιχειώνουν ακόμα ό,τι όμορφο μπορεί να υπάρξει σε κάθε έννοια καλοκαιριού. Από την άλλη, δεν ζούμε στον Πλανήτη Μπαλαλάικα. Τουλάχιστον όχι ακόμα.

Η Παραλία:

Για τον Χ το πρώτο επεισόδιο ξεκινάει στην απόσταση που πρέπει να διανύσει ( φυσικά με το αυτοκίνητο) και κυρίως στην αγωνία του μέχρι να βρει μια θέση να παρκάρει (όσο πιο κοντά στην παραλία γίνεται). Τα παιδιά στα πίσω καθίσματα βλέπουν πέπα πιγκ – αλλά για κάποιο λόγο είναι ανήσυχα. Το ίδιο ανήσυχος, ή μάλλον αναστατωμένος είναι και ο μπαμπάς Χ, όταν πλησιάζει στο πάρκινγκ και ξεκινάνε οι μανούβρες και οι παναγίες.

Μετά να βρει ομπρέλα. Η μαμά Λ αρχίζει τα φιλιά δεξιά-αριστερά. Εν τέλει 3η σειρά («αργήσαμε πάλι με τις μαλακίες σου»). Τα παιδιά ξαμολιούνται στην θάλασσα. Αντηλιακό και μπρατσάκια. Φωνές και φρέντο εσπρέσο.

Ένας μαυρισμένος τύπος (κυρίως στο πρόσωπο) με τσαντάκι μπανάνα έρχεται να εισπράξει το χρέος προς τον θεό της σκιάς και των ξαπλωστρών με τα δύο δάχτυλα λάδι από τις χθεσινές γκόμενες. Η παρέα μαζεύεται. Τα παιδιά τσακώνονται, ουρλιάζουν. Για τους ενήλικες η θάλασσα λειτουργεί ως τουαλέτα. Φυσικά δεν χάνεται καμία ευκαιρία τσακωμού. «Ήρθαμε πρώτοι», «την είχα κλείσει από χθες», «γιατί άργησες τόσο πολύ να μας φέρεις τον καφέ», «Γιώργο σταμάτα να κοιτάς τα βυζιά της», «θέλω στο κλαμπ μου να μην βάλεις μπέικον, νηστεύω για της Παναγίας», «μα καλά γιατί φοράει μπραζίλιαν; Δεν ντρέπεται με τόση κυτταρίτιδα», «δεν πιστεύω να βάλεις τον σκύλο σου μέσα στην θάλασσα, κολυμπάνε τα παιδιά μας». Ρακέτες, λάουντζ από το beach bar, γόπες και κουτάκια από μπύρα. Το ηλιοβασίλεμα αφήνει πίσω του σκουπίδια και η θάλασσα ανασαίνει μέχρι το επόμενο πρωί.

Το βραδινό ποτάκι:

Η Β γουστάρει να σουλατσάρει στην παλιά πόλη ακόμα και όταν έχει 40 βαθμούς στις 10 το βράδυ. Τριγυρνάει στα σοκάκια με μια φίλη της αγκαζέ, χαιρετάει και την χαιρετάνε. Ντυμένη με το αρκούντως ενημερωμένο στυλ – που καθορίζει κάθε χρόνο η πρωτεύουσα στην οποία η Β ζει – κάθεται στο αγαπημένο της μπαράκι. Εκεί, είχε ερωτευτεί κάπου στα 1997, τον μπάρμαν Ν με κοτσίδα, καδένα και μαύρο κολλητό μπλουζάκι. Το μαγαζί έκτοτε έχει υποστεί 2-3 γερές ανακαινίσεις και σήμερα αρέσει περισσότερο από ποτέ στην Β για τον industrial διάκοσμο από τσιμεντοκονίες και βαμμένες παλέτες. Όσο για το Ν, εκείνος παντρεύτηκε τελικά μια μακρινή της ξαδέρφη και εργάζεται σε υποκατάστημα των ΕΛΤΑ. Έχουν και 2 παιδιά. «Δεν κατάφερε ποτέ να εκτιμήσει ότι μαζί μου θα άλλαζε η ζωή του» λέει η Β στην φίλη της. «Τώρα, μένει μόνιμα στο χωριό. Αλλά τι τα θες; Γι’ αυτό ήταν. Βλάχος και αχάριστος». Η φίλη (που τον έχει επίσης πηδήξει σε κάποια ρωγμή του χωροχρόνου) συμφωνεί. Παραγγέλνουν άπερολ. Λικνίζονται με τα καινούργια χιτ. Βγάζουν σέλφις, κάνουν τσεκ ιν. Όπως κάθε καλοκαίρι. Ψιθυρίζουν και σχολιάζουν ότι κινείται. Ακολουθεί ξεφάντωμα σε τοπικό πανηγύρι (μετά το άπερολ λίγη προβατίνα) ή έστω στο σκυλάδικο της περιοχής.

Στο καράβι:

Η Φ ταξιδεύει κάθε χρόνο με πλοίο και ξέρει τα κόζα. Τι ώρα ταξιδεύεις, τι ώρα πρέπει να πας στον Πειραιά, γιατί στήνεσαι στην δεξιά και όχι στην αριστερή ουρά για να μπεις στο πλοίο. Πότε ξεκινάει το καλό το σπρώξιμο. Ποιες «θείες» είναι άχαστες στο να σου φάνε τις πολύ καλές θέσεις. Σε ποια θέση αξίζει να κάτσεις (να έχει καλή δροσιά – αλλά να μην σε χτυπάει φουλ και το αιρκοντίσιο). Ποιες οικογένειες θα παίξουν ξύλο για έναν καναπέ.

Η Φ καβατζάρεται στο ίδιο πάντα σημείο. Αρχές Αυγούστου που φεύγει απ’ την Αθήνα για την Πάρο. «Μα καλά δεν βλέπεις που έχω βάλει την τσάντα μου, περιμένω να ανέβουν από τα γκαράζ οι οδηγοί, είμαστε παρέα 40 ατόμων». Ψέματα. 4 είναι. Κοντά στο μπαρ μυρίζει καμένο βούτυρο απ’ τις κουρού που ανοίγονται απ’ τα πλαστικά σακουλάκια και ψήνονται σε μεγάλες τοστιέρες. Καμένος καφές χτυπιέται σε δίνες. Το ταξίδι έχει ήχο. Άγκυρα που σηκώνεται και πιτσιρίκια – σε κατάσταση αμόκ – που ουρλιάζουν μέχρι να ξαναφανεί λιμάνι.

Η Φ (που έχει βγει έξω για να καπνίσει) κοιτάει στραβωμένα ένα ζευγάρι με έναν σκύλο γιατί στο μυαλό της υπάρχει η πιθανότητα το ζώο να θέλει να κατουρήσει. Λίγο πιο μέσα, οι τουαλέτες του Μπλου Σταρ Σαμθινγκ, το σύγχρονο μνημείο αναφοράς στον ανθρώπινο πολιτισμό. Σκατά, ταμπόν, πουτσότριχες, χαρτιά και μποχά.

Στην Πάρο ανεβαίνει φωτογραφία από κολυμπήθρες. Αγκαλιά. Η Φ και ο Λ. Χάσταγκ «μάι μπόι», «χι ιζ μάι λάιφ». Έχει προηγηθεί τσακωμός γιατί έκανε λάικ σε μια ξετσίπωτη. Εκείνος έχει θυμώσει γιατί η Φ αδιαθέτησε στην καρδιά των διακοπών τους («μα καλά δεν είχες τσεκάρει τις μέρες) και γιατί δεν έχει βρει κάποιον νόβα για να δει τον ΠΑΟΚ. Σάμερ 2017.

Η επιστροφή:

Σε κάθε στροφή θα δεις και 2-3 ξωκλήσια. Είναι τα 3000 κυβικά ή το τσιπάκι με τα περισσότερα άλογα που δεν συγκρατιούνται. Κρίμα. Ήταν 17 χρονών. Οι φίλοι του έχουν βάλει ένα κασκόλ του Ολυμπιακού και έχουν γράψει με σπρέι «Καλό ταξίδι ‘φάντασμα’». Σιγά δεν είναι ο πρώτος, ούτε και ο τελευταίος. Απλά τον κλαίμε μέχρι να χαθεί ακρωτηριασμένος στην άσφαλτο ένας πιο φρέσκος. Εκείνη την χρονιά δεν θα γίνει πανηγύρι γιατί το χωριό πενθεί. Ήταν όμορφο παιδί. Κρίμα. «Σιγά μην δεν κάνω την προσπέραση επειδή έχει διπλή γραμμή. Δεν τον βλέπεις που πάει με 50;». «Δηλαδή, εσύ φοράς ζώνη για να πας μέχρι το περίπτερο; Τι σκατά, φλώρος είσαι;» «Έχεις ιδέα πως είναι να φοράς κράνος με 40 βαθμούς; Δεν αντέχεται». Μνήμα για τον άνθρωπο που ζει ανάμεσά μας.

 

 

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment