Οκτωνια (ν)

Δεν ξέρω αν, ποτέ, και εν τέλει πως,

λαμβάνει χώρα αυτή η ξαφνική μετάβαση από το άπιαστο, το ακατόρθωτο, στο
πραγματικό. Μια μετάβαση που δεν προϋποθέτει μόνο υλικές δομές και ιδεαλιστές διαταγές, αλλά μεράκι. Την ανεπιτήδευτη μεγαλειότητα της απλότητας. Αυτό που πάντα η επιστήμη, η λογική και ο προγραμματισμός αφήνει απ’ έξω. Αυτό που κάνει έναν τοίχο να δείχνει ωραίος. Αυτό που σε ζωντανεύει. Αυτό που τρεμοπαίζει, αυτό που κινείται. Αυτό που δεν σωπαίνει ούτε όταν κοιμάσαι.
Αυτό που συνέβη στην Οκτωνιά. Με την τελειομανική λογική του Γιώργου και τα κιλά απ’ τον ιδρώτα του, την ουτοπική φαντασία της ακούραστης Καίτης και την χρήσιμη σάχλα του γράφοντος.
Την στρατιωτική προθυμία του αιώνιου έφηβου Σωτήρη, την απίστευτη στήριξη της «φίλης» Έμμυς, τις εργατοώρες του Μήτσου, του Αλέκου, του Μπαρόλα, του Μπάμπη, του Γιώργου και της πέτρας του, του Μάριου και της ηλεκτρικής καλοσύνης του, του Κόττη, του Πέτρου, του Παύλου. Την τραχύτητα της Τασίας, την ανεμοδαρμένη τρέλα της Βαγγελίας, το βλέμμα της χιόνας και τα αλαφροΐσκιωτα βήματα του Έκτορα στο τσιμέντο. Ξέχασα κανέναν; Πολλούς. Δηλαδή, ναι ο Τσερώλας, ο Αγαθοκλής (ναι ο Κύπριος περήφανος συγγενής), το σπιτάκι της παναγιάς, κύριος Νίκος, ο Μπάμπης που γεννάει αυγά, ένας παππάς που τελικά πούλησε, ο Θεμιστοκλής και το δασάκι του. Αυτά εν ολίγοις…
Και φυσικά 2 από τα αστεράκια που τόσο λαμπρά φαίνονται από τα κουκλίστικα αυτά σπιτάκια. Ένα πρόσφατο, και ένα που δεν γνώρισα ποτέ. Ένα που πρόσθεσε ποιότητα, ήθος, φιλοσοφία ζωής, ανθρωπιά, χρήματα, γη, και ένα του καθημερινού ανθρώπου που γελά πολύ μέσα στην φτώχεια του κοροϊδεύοντας το αιώνια άρρωστο μυαλό του, με ροζιασμένα δάκτυλα και με χαμόγελα και με φιλιά και με αγκαλιές και με γλύκες. Κωστή και Γιώργο είστε και εσείς μέρος αυτής της Οκτωνιάς που ξεπερνά τα στενά όρια μιας οικοδομικής κατασκευής με τούβλα, πέτρες, ξύλα και καρφιά. Ο αρμός είναι η οικογένεια μου. Και αυτό που βγαίνει είναι ανθρώπινες σχέσεις που αντέχουν γιατί θέλουν. Κι ας φυσάει δυνατά, εκεί φάτσα στο βοριά της Σιβηρίας.
Οκτωνιά λοιπόν. Ανοιχτή για φίλους, για όσους αγαπάνε κάτι. Ανοιχτή στο παρελθόν και κομμάτι του μέλλοντος. Τους ευχαριστώ όλους.
(Τώρα που τέλειωσε τι θα έχω να ονειρεύομαι;)

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.