Ο Γιώργος Μπάτης ήξερε να τρολάρει

Ο Γιώργος Τσώρος, γνωστός ως Γιώργος Μπάτης, γεννήθηκε στα Μέθανα το 1885. Όταν ήταν ακόμη μικρός η οικογένεια του μετακόμισε στον Πειραιά, μια γειτονιά που ο Μπάτης αγάπησε εν τέλει υπερβολικά. Αποφάσισε από μικρός να γίνει μουσικός αν και κανένας από το στενό περιβάλλον δεν είχε ακολουθήσει αυτό το δρόμο. Διέθετε μια παθολογική αγάπη για το μπουζούκι και τον μπαγλαμά και δεν άργησε καθόλου να ενσωματωθεί στην λούμπεν ατμόσφαιρα του λιμανιού, διαμορφώνοντας με την γνήσια μουσική του το προφίλ του περιθωριακού μάγκα. Αν και πάντα απένταρος, αριστοκράτης με την πραγματική έννοια του όρου, εκ διαμέτρου αντίθετη με την ‘ζαμπουνική’ εκδοχή της κλανιόλας του κάθε βάρβαρου γαλαζοαίματου. Ντυνόταν πάντα στην πέννα, φορώντας άσπρο πουκάμισο, μαύρο κουστούμι, καβουράκι, παπιγιόν, στιβάλια μυτερά και ψηλοτάκουνα και κρατούσε μπαστούνι ανά χείρας. Ένας sui generis λόρδος του υποκόσμου, γνήσια λαϊκός, ανθρώπινος και αληθινός πλακατζής.

batis2

Αυτό τουλάχιστον διαφαίνεται μέσα από μια ανεπανάληπτη ιστορία που βρήκαμε στο βιβλίο του Τάσου Σχορέλη Ρεμπέτικη Ανθολογία: Στο κέντρο που εμφανίζονταν στο Ηράκλειο για λίγες μέρες το 1935 οι Μάρκος, Μπάτης, Δελιάς και Μπαγιαντέρας, πήγαινε και τους άκουγε κάθε βράδυ ένας λεβεντάνθρωπος κρητικός που πάντα φαινόταν στεναχωρημένος. Ο Μπάτης τον κατάλαβε και ενδιαφέρθηκε να μάθει τι τον απασχολεί. Το πρόβλημα του Κρητικού ήταν ότι είχε ένα πουλάρι που δεν μπορούσε να το πλησιάσει άνθρωπος. Το είχε κλεισμένο σ’ έναν στάβλο με σιδερένιες πόρτες και πλησίαζε μόνο για να το ταΐσει. Ο Μπάτης αμέσως επινόησε την πλάκα που θα έστηνε στον Κρητικό. Γέλασε με το πρόβλημά του, υποσχόμενος ότι την επομένη το μεσημέρι θα έκανε μια βόλτα επάνω στο πουλάρι. Ο Κρητικός ενθουσιάστηκε και είπε στον Μπάτη ότι σε περίπτωση που ημέρευε το ζώο θα του χάριζε ένα χιλιάρικο. Όταν ο Μπάτης έφτασε έξω από το στάβλο του κρητικού, την επόμενη μέρα, ζήτησε από τους παραβρισκόμενους να πάνε μακριά και να τον περιμένουν να εμφανιστεί καβάλα στο πουλάρι. Καθώς απομακρυνόντουσαν, ο Κρητικός, ο Μάρκος, ο Δελιάς και ο Μπαγιαντέρας, το πουλάρι κόντεψε να γκρεμίσει το στάβλο. Ο Κρητικός φοβήθηκε ότι το ζώο θα σκότωνε τον Μπάτη. Όμως, μετά από λίγη ώρα, τον είδαν έκπληκτοι, καμαρωτό-καμαρωτό, να κάνει τσαλιμάκια πάνω στο πουλάρι. Μάλιστα, έβαλε και τον Κρητικό να κάνει μια μικρή βόλτα. Μετά την μίνι επίδειξη, ο Μπάτης τσέπωσε το χιλιάρικο που του είχε τάξει ο ενθουσιασμένος πλέον φίλος του και μαζί με την κομπανία του τράβηξε για το λιμάνι του Ηρακλείου, απ’ όπου και πήραν το πλοίο για τον Πειραιά. Την στιγμή που το καράβι έλυνε, είδαν τον Κρητικό να έρχεται τρέχοντας, έξαλλος, καβάλα σ’ ένα άλογο πυροβολώντας με την καραμπίνα του κατά του Μπάτη. Τι είχε όμως συμβεί; Τότε μάθανε και οι άλλοι. Ο αθεόφοβος Μπάτης μόλις πλησίασε το παράθυρο του στάβλου, άναψε μια τσίκα χασίσι και την πέταξε μέσα. Σιγά σιγά ο στάβλος ντουμάνιασε και το πουλάρι είχε μαστουρώσει. Έτσι ο Μπάτης μπήκε και το καβάλησε, ήταν όμως βιαστικός φοβούμενος μην τελειώσει η επίδραση της ουσίας στο ζώο. Με την επιστροφή του όμως στο Πειραιά, ο Μπάτης έδειξε ότι δεν ήταν ένας κοινός απατεώνας αλλά πολύ περισσότερο ένας αστείρευτος πλακατζής. Έστειλε πίσω το χιλιάρικο στον κρητικό, ο οποίος σε ένα μεταγενέστερο ταξίδι του στην Αθήνα συνάντησε τον Μπάτη και από τότε έγιναν αδερφικοί φίλοι.

Giorgos_Mpatis

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ο Μπάτης άνοιξε το χοροδιδασκαλείο του με το όνομα «Κάρμεν». Φυσικά δεν είχε καμία ιδέα από χορό. Δεν έμεινε όμως μόνο σ’ αυτό. Εργάστηκε ως πωλητής αυτοσχέδιων φαρμάκων κατά του πονόδοντου, παρίστανε τον οδοντίατρο, τον έμπιστο μικροπωλητή και ενεχυροδανειστή. Το 1931 άνοιξε το περίφημο καφενείο-τεκέ «Ζωρζ Μπατέ», μια πειραιώτικη εκδοχή του «café deux magots»,  στα λεμονάδικα του Καραϊσκάκη στην σημερινή Ακτή Τζελέπη. Ένας χώρος διδασκαλίας της τέχνης του μπουζουκιού, μουσικής μυσταγωγίας και ‘κουτσαβάκικης οικολογίας’. Το 1932 δημιούργησε το πρώτο ρεμπέτικο συγκρότημα, την θρυλική τετράδα του ρεμπέτικου. Πήρε με το ζόρι τον Μάρκο Βαμβακάρη που τότε δούλευε ως εκδοροσφαγέας στην Δραπετσώνα, ‘στρατολόγησε’ τον βαρκάρη Στράτο Παγιουμτζή και τον άεργο Ανέστο Δελιά. Μετά από λίγες πρόβες έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση σε κέντρο στο Χαϊδάρι.

Ο Μπάτης, όπως και άλλοι συνθέτες του ρεμπέτικου, σταμάτησε να γράφει τραγούδια το 1937 επειδή αρνούνταν να υποβάλλεται σε λογοκρισία από το καθεστώς του Μεταξά. Την ίδια χρονιά έκλεισαν και το καφενείο του. Τα τραγούδια του Μπάτη που σώζονται σήμερα, είναι όλα μαζεμένα στο ‘αρχείο του ρεμπέτικου’ από τον Παναγιώτη Κουνάδη, ένας δίσκος με περιορισμένα αντίτυπα σε επιλεγμένα δισκοπωλεία. Τα γνωστότερα τραγούδια του είναι: Η Ατσιγγάνα, Ζεμπεκάνο Σπανιόλο ή Ζούλα σε μια Βάρκα μπήκα, Μάγκες Καραβοτσακισμένοι, Ο Θερμαστής, Γκαμηλιέρικο, Γυφτοπούλα, Βάρκα μου Μπογιατισμένη, Οι φυλακές του Ωρωπού, Ο Μπουφετζής, Το Μπαμπεράκι, Ο Φασουλάς, Οι Σφουγγαράδες, Οι Φωνογραφιτζήδες, Ταξίμι Αθηναϊκό και Ζεϊμπέκικο, Μπάτης ο Δερβίσης, Σου’ χει λάχει, και Αρχόντισσα. Πέθανε στις 10 Μαρτίου του 1967. Οι φίλοι του έθαψαν τον ‘Ντερβίση’, τον ‘Δάσκαλο’, τον ‘Μάγκα του Πειραιά’ μαζί με το μπαγλαμαδάκι του που δεν αποχωριζόταν ποτέ.

 

Κείμενο: Κωστής Πιερίδης

 Πρώτη Δημοσίευση:

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment