Χρεοκοπία

Είναι αναμφίβολα αρκετά εκνευριστικό να σου έχει σφηνωθεί σάπιο μαρούλι στο προγόμφιο. Σάπιο γιατί ψώνιζε πλέον ανά 15μέρες και μαρούλι γιατί φυσικά δεν ψώνιζε πια κρέας. Μετά την αλλαγή ήταν συνηθισμένος να μασουλάει κάτι βλέποντας το δελτίο των 8.

Και τι έβλεπε τώρα; Ο Λουκάς, λίγο ανεκπαίδευτος, λίγο έμμεσα μαστούρης από την δυνατή ξυλόκολλα, είχε για χρόνια περάσει στο βασίλειο της παθητικής τηλεθέασης. Ξαφνικά, κάθε 5 λεπτά είχε έκτακτα δελτία, διαγγέλματα, δημοσιογραφικές ή απλά γραφικές αναλύσεις, παράθυρα, αντεγκλήσεις, βουλή και βουλή και βουλιμία. 

Είχε πάντως καταλάβει, όπως πολύ σωστά του είχε διαμηνύσει και η σύζυγός του Μαρία που ήταν και αετόπουλο εν γένει, ότι η χώρα βρισκόταν μπροστά σε ένα δίπολο. Νέο μνημόνιο και χρεοκοπία.

Η Μαρία το είχε ξεκαθαρίσει μέσα της. Κράταγε αυτό το ειδικό εγκεφαλικό τεφτέρι. Ήταν και ιδιαίτερα αναλυτικός τύπος, τεχνική που είχε αναπτύξει τυλίγοντας γαρδουμπάκια. 1) Γιατί αυτοί που ψήφισαν το Μνημόνιο 1 τώρα λακίζουν; Ενοχές, ηθικοί φραγμοί, η ίδια η ωμή πραγματικότητα του Μνημονίου 2; 2) Ποιοι είναι αυτοί που μας λένε να αποδεχτούμε – παρά την πρωτοφανή σκληρότητα το Μνημόνιο 2; Μα φυσικά όσοι μας έχουν πείσει ή πιέσει ή εκβιάσει να αποδεχτούμε όλα όσα μας έχουν ήδη διαλύσει. 3) Αυτή θα είναι η τελευταία τους επιθυμία; Όχι, έλεγε η Μαρία. 4) Και αυτό το Μνημόνιο 2 θα βγάλει την χώρα από το υποφαινόμενο αδιέξοδο; Ή έστω θα αποτρέψει μια μελλοντική χρεοκοπία; Όχι, αναφανδόν όχι. Νέο δάνειο 130 δισ. Ωραίο ακούγεται, μόνο που τα λεφτά δεν θα έρθουν σε μας. Θα επιστραφούν όλα στους δανειστές μας με τόκο. Το’ ξερε πως χαραμιζόταν στο νοικοκυριό της, αλλά γεννηθείσα στην άνω Κυψέλη, κόρη εργάτη που εξέπνευσε από Χίττη, δεν είχε καμία πιθανότητα να εξελιχθεί σε διανοούμενη του Χάρβαρντ που θα ξεπουλούσε ύστερα τη λογική της για να βγάλει το ψωμί της ανάμεσα στα payroll του ΣΚΑΪ.


Όταν ο Λουκάς σήκωσε το τηλέφωνο ήξερε πως δεν θα ναι για καλό. Ο Όλι τα είχε πάρει μέρες τώρα. Περίμενε πως η συνεργασία του με τον Έλληνα αξιωματούχο και την αρμάδα των κουστουμαρισμένων της Μεγάλης Βρετάνιας δεν θα έβρισκε ιδιαίτερα σημαντικά εμπόδιο και έτσι τα μεγάλα αφεντικά δεν θα φοβόντουσαν για τα λεφτά τους. Γενικότερα του άρεσε να τιμωρεί. Τον έκανε να αισθάνεται νέος. Ο Λουκάς αντέτεινε στις αγγλιστί προσβολές που ακούγονταν για το πρόσωπό του ότι όλα θα πάνε καλά. Έκλαψε στο διάγγελμα, απείλησε στο διυπουργικό και αγόρασε (γιατί για αυτά λεφτά υπάρχουν) και καμιά διακοσαριά κιλά δακρυγόνα (ληγμένα βέβαια). -Τη Δευτέρα θα χαρούν οι αγορές και οι τράπεζες διαμήνυσε με ακλόνητη σιγουριά.

Ο Λουκάς της Κυψέλης ή μάλλον ορθότερα της Μαρίας είχε και αυτός την ίδια σιγουριά. -Το όχι έχει βέβαια αποτελέσματα, το ναι δεν έχει βέβαια αποτελέσματα άλλα έχει μια ελπίδα- φωνασκούσε ο παχύσαρκος σε ψυχή και σώμα υπουργός οικονομικών, οπότε και ο Λουκάς πίστεψε ακριβώς το αντίθετο. Ξεσκούριασε το κουρασμένο του μυαλό και σκέφτηκε: ποιοι είναι υπέρ του ναι: 10 μεγαλοδημοσιογράφοι που έτυχε να είναι υπέρ και όσων άλλων μιας γονάτισαν, ένας μεγαλοεργολάβος που μπάζωσε στην Ολυμπιάδα, ένας παπάς με δυο-τρεις offshore, ένας ακαδημαϊκός χωρίς δημοσιεύσεις τα τελευταία δέκα χρόνια, μια συνδικάλα με Cayenne, ένας νονός που εκτός από κόκα επενδύει και σε spread και όλοι όσοι γενικότερα δεν βλέπουν την άλλη χρεοκοπία. Αυτή της κοινωνίας.

Το ΠΑΜΕ με τον ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκαν σχετικά κοντά όταν οι μπάτσοι αποφάσισαν να κάνουν επίδειξη από τη νέα πουδρόσκονη πολυτελείας. Οι εντολές ήταν συγκεκριμένες. Αν σταματήσει να βρέχει και μαζευτούν πολλοί, ξεκινάμε την λευκοκίτρινη ανάπλαση. Ο Σταύρος, της 3ης διμοιρίας, είχε βέβαια στραβώσει γιατί ήταν στο δρόμο 5η συνεχόμενη μέρα με μόλις 500 ευρώ μηνιαίως αλλά ακόμα δεν μπορούσε να σκεφτεί να παρακούσει. Έτσι, με ελάχιστες αναστολές έπνιξε τον κόσμο στα χημικά. Δεν ήξερε γιατί αλλά την έβρισκε να τη πέφτει σε γυναικόπαιδα και γέρους. Ίσως σκέφτηκε μια μέρα με καλό καιρό επειδή παλιά μου τις έβρεχε η γιαγιά μου.

Του Λευτέρη του είχε βγει το χέρι. Είχε ρίξει τουλάχιστον διακόσες πέτρες. Τα δακρυγόνα δεν τον ενοχλούσαν πια, είχε σχεδόν συνηθίσει. Η αυτοσχέδια κουκούλα του όμως δεν το κάλυπτε εντελώς και με το ένα χέρι διαρκώς την έφτιαχνε ευελπιστώντας να μην δει τη φάτσα του πρωτοσέλιδο σε αθλητική εφημερίδα ή τους μπάτσους στο σπίτι του την επομένη, όταν και θα επέστρεφε στον ονειρικό κόσμο του Skyrim. Ήξερε γιατί ήταν εκεί. Ημιάνεργος, ντελιβεράς, 30χρονών με ζωή εικοσάρι απλά και μόνο επειδή δεν ήταν ποτέ καλός στην κοπρολαγνεία είχε διαπιστώσει πως έπρεπε να είναι παρόν σε κάθε μαζική κινητοποίηση. Για να μιλήσει, να ακούσει, να μην νιώσει μόνος, να συγκρουστεί. Ήξερε πως την αποτυχία και του Μνημονίου 2 -ήταν σίγουρος και για την αποτυχία του αλλά και για την ψήφισή του – θα την χρέωναν και πάλι στον λαό. Που δεν τους κάνει τη χάρη να σκάσει και να γυρίσει στον στολισμένο του Μεσαίωνα.

Μέσα στη βοή της σύγκρουσης, στα αλλεπάλληλα και εκατέρωθεν ντου, ο Λευτέρης αναγνώρισε μια παλιά του φίλη, της προσέφερε μάλιστα και μια πετσέτα βουτηγμένη στο Maalox. Εκείνη τον αναγνώρισε άμεσα, παρά την αποτυχημένη αυτοσχέδια κουκούλα.

-Λευτέρη του φώναξε. Λευτέρη εσύ είσαι. Λευτέρη.
Και ο Λευτέρης συνειδητοποίησε τι σήμαινε το όνομά του. Εκεί στη μέση της χρεοκοπίας. Άμεσης ή έμμεσης. Με ή χωρίς το νέο Μνημόνιο.     
     

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

1 Comment

  • Reply February 12, 2012

    Unknown

    πικρο και καλο!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.