Η Κυρα-Μάρω

Είναι μερικές φορές που έχεις ραντεβού. Με τις σκέψεις που για λίγο ξαποστάσαν. Με τις αναμνήσεις που για λίγο ξεθώριασαν. Με τα λόγια που αιωρούνται στον αέρα και έρχονται – αργοπορημένα και μάταια – στ’ αυτιά σου.

Είναι ένα ακόμα ξημέρωμα. Ο Κ βγαίνει απ’ την αγκαλιά και την ζέστη. Ν’ ανταμώσει με το πρωινό φως. Την δροσερή πρώτη ανάσα. Η θάλασσα είναι ήσυχη. Τα δέντρα τινάζονται. Το χορτάρι κινείται ακόμα. Το χώμα βαστάει δροσιά και νερό, κι ο ήλιος ανεβαίνει να του το στεγνώσει. Τα ερπετά ξυπνάνε. Τα πουλιά τραγουδάνε.

Κάπου εκεί την είδε. Στο μικρό χωμάτινο δρομάκι που ξεμακραίνει. Να γλείφεται σαν να θέλει να πλυθεί απ’ την βραδινή τροφή. Λίγο γκρίζα, λίγο καφέ, λίγο κόκκινη. Μ’ ένα ξύπνιο σπινθηροβόλο βλέμμα, μια ικανότητα αντίληψης του κάθε ίχνους ζωής κοντά της. Ανταλλάξανε μακρινά βλέμματα. Η συνάντησή τους, κράτησε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Κοιτάχτηκαν κι η αλεπού έσπασε αυτή την στιγμιαία αμηχανία. Εκείνη ήξερε πολύ καλά τί έπρεπε να κάνει. Χαμήλωσε το βλέμμα και χάθηκε πίσω απ’ τις πρασιές υπό τον ήχο του κλείστρου, που ίσως της θύμισε κάννη. Γιατί για αυτήν, ο άνθρωπος είναι κάννη και σκοτάδι. Η Κυρά – Μάρω, η αλεπού, χάθηκε.

Η Κ αναρωτήθηκε τι θέλησε να του πει; Για την γλυκιά Κονδυλία που τις ίδιες ώρες ταξίδευε μακριά μας; Για την ζωή που περνάει έτσι σαν σκιά ανάμεσα στις πρασιές; Για την σκέψη που είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σε κάνει να ξεγλυστρίσεις από την ματαιότητα που σε ζώνει; Ίσως για κάτι απ’ όλα αυτά. Ίσως η Μάρω να ήθελε όντως κάτι να του πει;

 

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.