6/12/—-

Σε ένα σπίτι στους Αμπελόκηπους να γιορτάζουν κάποιον Νίκο. Ο Κ κάπνιζε στο μπαλκόνι κοιτώντας τα σπίτια που είχαν ήδη φορέσει τα γιορτινά τους. Σε μια εσωτερική χαρούμενη ατμόσφαιρα το μπαλκόνι είναι η άγκυρα του κουρασμένου. Και ο Κ θυμόταν τις γιορτές με τα δικά τους ξεχωριστά μπαλκόνια. Ένας εξωστρεφής απόκοσμος. Ένας ακόμη φοβισμένος. Η νύχτα όμως αυτή θέλησε να διώξει τον φόβο. Μια και καλή.

Ο Μ οδηγούσε κάπου στα Εξάρχεια. Να παρκάρει κάπου κοντά στο μαγαζί που θα γιόρταζε τον δικό του κοντινότερο Ν. Η πρώτη φωτιά ήταν συνήθεια. Το δεύτερο οδόφραγμα ένδειξη. Οι αμέτρητες κλούβες ενοχή. Και το μπαμ των 10 προηγούμενων τετραγώνων μάλλον δεν ήταν λάστιχο, ή κροτίδα. Ο Μ παρασύρθηκε στις φωτιές.

Η Ν δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ούρλιαζε στο αυτί της εκείνη η πρωτοετής συμφοιτήτρια της. Εντάξει νεκρός, αλλά η κοπέλα ήταν σε ταραχή. Την έπεισαν να κατέβει κάτω. Την έπεισαν να θυμηθεί την δική της υστερία. Να ζήσει τις δικές τις κηδείες. Κατέβηκε στο δρόμο και θυμήθηκε. Ξεκίνησε να ζωγραφίζει όπως παλιά. Από εκείνη τη νύχτα.

Ο Τ θυμάται εκείνες τις μέρες. Εκείνη την ξέφρενη μεταβλητή. Περιγράφει εκείνο το βράδυ. Στο κέντρο. Τι είδε, τι ένιωσε. Τι τοποθέτησε επισφαλώς πάνω στις προκατασκευασμένες του στοίβες. -Το Intersport κάηκε όλο. Ήμουν μπροστά. Χαμός. Κάναμε 3 ώρες να γυρίσουμε σπίτι. Ναι, τελικά γυρίσαμε σπίτι. Αφού μωρέ ήταν φρικιά και παρακράτος. Πιάσε άλλη μια μπίρα. Άλλο ένα συρτάρι. Άλλη μια κρυψώνα.

Σήμερα το κτίριο του ΕΓ έχει γίνει δημοτική αίθουσα μίζας και αστικής κουλτούρας. Για ένα φεγγάρι ήταν κατάληψη. Μια ατμόσφαιρα τουλάχιστον ενθουσιώδης. Μια πόλη που διεκδικείται. Μια πόλη που ζει την ανατροπής της. Τον αναβρασμό της. Μια χαρά μύχια, υποτονική. Βλέμματα που ανταμώνουν μια υποβόσκουσα ελπίδα. Μια προδομένη συνήθεια.
Και όλα αυτά μετά από ένα θάνατο. Ή μάλλον μια δολοφονία. Τίποτα δεν τέλειωσε.

Η Α είναι σήμερα πρωτοετής. Τότε ήταν μια από τις μαθήτριες. Κατέβαινε στο δρόμο κάθε μέρα. Είδε την απώλεια σαν κάτι δικό της. Ενημερώθηκε από το συντονιστικό. Ερωτεύθηκε. Μεγάλωσε. Απογοητεύτηκε. Από ένα κράτος που διαλύει τον πανικό του. Από μια ελπίδα αυτοκαταστροφική. Από μια αλλαγή χωρίς ορίζοντα. Από μια γενιά χωρίς πρόσημο. Σήμερα δουλεύει υποδοχή σε κλαμπ. Φοράει τα καλά της, στολίζει τις Χριστουγεννιάτικες γιρλάντες και χαμογελάει σε κάθε νεοεισελθέντα στο “μαγαζί”. Στις 6 Δεκέμβρη ζήτησε ρεπό. Θέλει να θυμηθεί αυτές τις 20μέρες που αποχαιρέτησε. Θέλει να θυμηθεί την δική της εκκωφαντική μεταστροφή.

Ο Δ δεν είχε καταλάβει και πολλά. Σε ένα αυθαίρετο στην Παλαιά Φώκαια γύριζε πτώμα από την δουλειά αναγκασμένος να παραδοθεί στην κούρασή του για να εξασφαλίσει το μεροκάματο της επόμενης μέρα. Μόνο ένα “δίκιο έχουν τα παιδιά” έβγαινε κάπου κάπου απ’ το στόμα του χαζεύοντας την προβολή των ημερών από τα μέσα. Η γνώμη του άλλαξε όταν άρχισε τις παραδόσεις στο κέντρο. Φορτηγό και πορείες είναι ένας εφιάλτης για το μεροκάματο. Τα παιδιά που είχαν δίκιο, έγιναν κωλόπαιδα, αλήτες, τεμπέληδες. Τουλάχιστον έμειναν παιδιά. Και αυτό ο Δ το θυμόταν πάντα στο τέλος της μέρας.

Ο Κ ξύπνησε από έναν ύπνο ημιτελή. Είχε αφήσει το αυτοκίνητό του στις φωτιές. Ένιωθε ενοχές. Για το (εν δυνάμει στάχτη) αυτοκίνητο, αλλά πολύ περισσότερο γιατί δεν ήταν στις φωτιές. Είχε παρασυρθεί από την δική του ασφάλεια. Κατέβηκε κάτω. Εξέγερση. Εντός και εκτός.

Ο Ζ κάτι βρήκε εκείνο το Δεκέμβρη. Βρήκε την έκφραση της σύγκρουσης εκτός των πλαισίων της κομματικής αριστεράς. Κάθε μέρα στο δρόμο έβλεπε γνωστούς και φίλους. Θυμήθηκε πως είναι να χαμογελάς. Πως είναι να διεκδικείς. Να αξιώνεις. Με την ρωτάτε τι; Ο Ζ δεν θέλησε ποτέ να μάθει.

Η Σ διηγείται ακόμα. Τις πρώτες ώρες, την πορεία στην ΓΑΔΑ, το νεκροταφείο. Γελάει στο φλεγόμενο δέντρο. Τι ήταν ο Δεκέμβρης του 08; Μια σταγόνα που ξεχείλισε ένα ποτήρι; Δεν είναι σίγουρη. Δεν ήταν ποτέ. Ξέρει μόνο ότι θέλει να συνεχίσει να θυμάται εκείνες τις ευτυχισμένες, ξέφρενες μέρες. Μέχρι να γίνουν και αυτές ένα μουσείο που θα λοιδορείται.

Σήμερα ο Ν δεν θέλει να γιορτάσει. Θα ψάξει την γιορτή του στις σιωπές των άλλων. Στο θάνατο των νεκρών, στις μνήμες των αδιεξόδων, σε όσα δεν πρέπει να περάσουν στην λήθη. Θα συναντήσει στους δρόμους τους φίλους του. Κανένας Δεκέμβρης δεν τέλειωσε ποτέ. Καμία γιορτή δεν τελειώνει.

 

 

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.