Adiós, a dios

Πέρασαν 2-3 μέρες. Όχι ακόμα το μούδιασμα. Έχει φτάσει ήδη στον πλανήτη μπαλαλάικα. Εδώ ήταν πάντα δηλαδή. Γερό σκαρί σαν ταύρος, χοντρά μπούτια, μια γονιδιακή τάση για μπάκα απ’ τις τσιτσαρόνες της φτωχογειτονιάς του. Χοντρός λαιμός, χαίτη στο σβέρκο. Ένας λαϊκός ήρωας, ό,τι δηλαδή κατορθώνει να ακουμπήσει την επινόηση του Θεϊκού. Ο Κρίσνα, ο Διογένης ο Κυνικός, ο Ιησούς, ο Αλέξης Ζορμπάς, ο Ταϊνό, ο Τούπακ Αμάρου. Θνητότητα, αμαρτία και μια ερωμένη παραδίπλα. Η μπάλα. Με τα ξέφτια της, ή τις μουντιαλικές γυαλάδες της, πάντα μια μπάλα.

Θυμάμαι να μιλάνε για εκείνον πριν ακόμα τον δω. Μετά τον είδα, στο Italia 90′. Είχα πάρει εκείνα τα επετειακά τρίχρωμα δίχτυα (στα χρώματα της Ιταλικής σημαίας) και την ομάδα της “Αλμπισελέστε” για το Subbutteo, με εκείνα τα λατρεμένα λευκά σορτσάκια. Θυμάμαι τον εκφωνητή νας μας λέει ότι απέναντι στον Καρέκα και την μεγάλη Βραζιλία, δεν έχει καμία τύχη. Μετά θυμάμαι το βλέμμα του. Το ξύλο, τις ντρίμπλες, τις “σακούλες”, τους Βραζιλιάνους να τον κυνηγάνε, εκείνη την κοφτή μπαλιά στον Κανίγια και τους πανηγυρισμούς με κλάματα, τα φιλιά στον ήλιο της AFA. Για αυτούς που καταλαβαίνουν “…Que el Diego los gambeteó. Que el Cani los vacunó. Que están llorando. De Italia hasta hoy”.

Στους εθνικούς ύμνους των ομάδων στον τελικό, ο Diego αμόλαγε λέξεις πίσω απ’ τα δόντια, με το εριστικό βλέμμα στα μάτια (ίσως απ’ την κόκα). “Hijos de puta”. Πήγαινε για τους Γερμανούς. 90 λεπτά μετά επιβεβαιώθηκε. Ο Diego πάντα ήξερε. Τα πάντα γύρω απ’ αυτό που αγάπησε και αγαπήθηκε ως θεός. Αυτό που ήρθε να κάνει σε αυτόν τον κόσμο.

Μετά ήρθε μια σειρά από κασέτες με την ιστορία των Μουντιάλ. Η Ουρουγουάη, η Βραζιλία στη Σουηδία, ο Πελέ, ο Γκαρίντσα, ο Κέμπες και η Χούντα του ’78, ο Σόκρατες, ο Ρόσι, η αποβολή του Ντιέγο το 1982. Μεξικό 1986. Βρήκα το παιχνίδι με την Αγγλία, ολόκληρο. Το γκολ. Εκείνο το γκολ. Δεν αναφέρομαι στο καλύτερο του αιώνα. Στο πρώτο, με το χέρι. Η Λατινική Αμερική απέναντι στους Κονκισταδόρες. Η ματιά του. Το κλείσιμο του ματιού του στον Μπουρουσάγα του μετά την παράβαση. Η ενοχή, η δικαίωση. Αυτό είναι το μεγαλύτερο γκολ του αιώνα. Να παίζεις απένατι στους μεγαλύτερους κλέφτες της ιστορίας και να τους κλέβεις. Και μετά, να παίρνεις την μπάλα απ’ το κέντρο και να τους ξεφτυλίζεις, σαν στην αλάνα της Λανούς, σαν στο Μπομπονέρα με όλο το λαό του λιμανιού. Ξέρεις γιατί τον μειώνουν τον Ντιέγο οι Δεξιοί; Όχι οι λαϊκοί Δεξιοί, οι φιλελεύθεροι, η πεμπτουσία των ελίτ. Αυτή η μούργα από τα κινούμενα συμπλέγματα που κατακλέβει την ανθρωπιά και αδειάζει τη ψυχή απ’ το κενό της. Που στήνει τα Ποτοζί και τις φαβέλες, που επανδρώνει τις γαλέρες, οργανώνει το πιο ωραίο πλιάτσικο, πίσω απ τη βιτρίνα της νομιμοποίησης και ενορχηστρώνει την αποδόμηση του λαϊκού (το λένει λαϊκισμό σήμερα). Ε ο Ντιέγο τους κατάλαβε. Χωρίς τα βιβλία, χωρίς τη διανόηση ή τις χοντροκομμένες κοσμοθεωρίες. Ως αγνό και πιστό χαμίνι. Ως ένα κινούμενο συναίσθημα. Ως την αγνότερη αξία του λαϊκού, την αυθεντία.

Γι’ αυτό και ρίζωσε στη Νάπολι. Η Βαρκελώνη του Tàpies και του Gaudí έχει μια αίγλη ευρωκεντρική. Οι ταύροι δεν ζουν στο Barrio Gotico, αλλά στη ρίζα της διαίρεση Βορράς- Νότος. Ο Ντιέγκο εισέπνεε το αφήγημα των underdogs, ήθελε να έχει κάτι να υπερασπιστεί. Βουτηγμένος στην κόκα (που τον έκανε να παίζει χειρότερα και όχι καλύτερα) βρίσκει τον ινδιάνο μέσα του. Στην προθέρμανση στο Μόναχο – την πόλη τάφο του ποδοσφαίρου – ακουμπάει στον sudamericano. Το πρωτάθλημα στο Νότο, η ενσάρκωση του μόνος μου και όλοι σας. “Να πα να γαμηθεί η Loyds” αν είναι να σωθεί εκείνο το παιδί. “Άντε γαμήσου ψεύτη Πάπα”. Για εθισμένος, ο Ντιέγο είναι αδιανότητα συνεπής. Όχι απέναντι στον εαυτό του, που για να παραμένει αιώνια άπιαστος στο χορτάρι, αυτοκαταστρέφεται.

Πόσες φορές ψάξαμε να τον βρούμε; Ο Μπατιστούτα, ο Ινδιάνος Ρικέλμε, ο Αϊμάρ, ο Σαβιόλα, ο Τέβες, ο τεράστιος Μέσι. Και για να μην μείνω στους Αργεντινούς: ο Ριβάλντο, ο Ζιντάν, ο Τότι, ο Ντελ Πιέρο. Πόσα δεκάρια είδαμε μετά απ’ αυτόν, μα κανένας δεν μπορεί ούτε να αγγίξει εκείνη την αίσθηση; Του 10 του καλού, του ήρωά μας. Που δεν θα τον ένοιαζε να λερώσει τις κάλτσες του, να φάει κόκκινη, να βρίσει τον προπονητή του. Που θα ήξερες από το πως θα κοίταγε, τι έμελε να συμβεί. Που θα της μίλαγε σαν ερωμένης, θα χόρευε δίπλα της. Εκείνη θα τον στεναχωρούσε, γιατί υπήρξε μαζί της άγαρμπος σαν έφηβος. Ένα ασυνεπές παιδί. Ένα τομάρι, που όμως κανένας δεν την είχε αγγίξει ποτέ έτσι. Ένα παιδί, ελεύθερο μέσα στην μεγάλη φυλακή του μυαλού του. Ο Ντιέγκο μας. Adios a Dios.

ΥΓ: το 2022, αν η Αργεντινή κερδίσει το Μουντιάλ θα ξέρουμε αν υπάρχει μεταθανάτια ζωή. Είναι αδύνατο ο Ντιέγο από ψηλά να μην βάλει όλα τα μεταφυσικά μέσα για το 3ο αστέρι.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.