Απόψε θέλω μονάχα να λέω ιστορίες

Είναι μερικά βράδια που το μόνο που θέλω να κάνω είναι να λέω ιστορίες. Απ’ αυτές τις αλλόκοτες ιστορίες που μου έρχονται συνειρμικά χωρίς να μπορώ να εξηγήσω το πως. Όταν οι νευρώνες αρχίζουν το δικό τους ατίθασο κονσέρτο. Είναι και άλλα βράδια που το μόνο που θέλω είναι να ακούω ιστορίες. Όμως αυτό δεν είναι ένα από αυτά τα βράδια.

 

Στο φάρο της Γαύδου για την θέα του ηλιοβασιλέματος. Κόσμος που κάθεται σε κάτι φθαρμένα ξύλινα έπιπλα περιμένοντας να βυθιστεί ο ήλιος στο λιβυκό. Έχει και ένα κυλικείο. Δεν βλέπω να πουλάει κανέναν καφέ. Αντίθετα μικροί μεγάλοι κρατάνε παγωτό. Το κυλικείο διευθύνει ένας τυπικός κρητικός. 40άρης, μουστάκι, μαύρα και μαυρίλα. Δίπλα του η Εστέλ. Γαλλίδα, μικρούλα και πολύ όμορφη. Φτιάχνει το παγωτό της. Ζει στην Γαύδο, ερωτευμένη με τον κρητικό κυλικειάρχη του φάρου. Η Εστέλ που παράτησε τη μεγάλη ζωή της Βουργουνδίας για τον Μανώλη και την Γαύδο και φτιάχνει νόστιμο παγωτό πορτοκάλι. Ανατολική δύση.

Στην κεντρική έξοδο ενός μεγάλου τζαμιού στο Κάιρο. Ντάλα ήλιος και ντάλα θρησκευτική προκατάληψη. Άστεγος ρακένδυτος επαίτης πίνει το τσάι του. Κάθεται οκλαδόν, με μια φθαρμένη κελεμπία και με εμφανή σημάδια της ζωής στον δρόμο. Συνομιλεί με τον Γ. Ενθουσιάζεται που ανταποκρίνεται στα αραβικά. Ανταλλάσσουν εγκάρδιες κουβέντες. Ή τουλάχιστον εγώ αυτό καταλαβαίνω. Ο τύπος του προσφέρει να πιει απ το τσάι του. Ο Γ πίνει. Ο ήλιος δύει μαζί με τις προκαταλήψεις της δύσης.

Ο Κ περπατάει στο κρύο. Δεν είναι ότι δεν τον πειράζει. Αλήθεια κάνει αρκετό κρύο. Είναι κάτι που τον κάνει να νιώθει ζωντανός. Ψάχνει στο παλτό του τα τσιγάρα του. Δίπλα του ένας αδέσποτος αλήτης που τον ακολουθεί. Όσο εκείνος ψάχνει για τα τσιγάρα και τον αναπτήρα, ο σκύλος θέλει να πιστεύει ότι απ’ το παλτό θα βγει κάποια λιχουδιά. Και λέω ‘θέλει να πιστεύει’ γιατί αλήθεια ούτε ο ίδιος ο σκύλος δεν μπορεί δια των ελπίδων του να ξεγελάσει την σχεδόν αλάθητή του όσφρηση. Σχεδόν χιονίζει. Ακόμα και τα ζώα η πιο ακραία έκφραση του βιολογικού έλλογου ελπίζουν παράφορα. Τουλάχιστον μοιράστηκαν εκείνο το τσιγάρο.

Ο Β και ο Σ γνωρίζονται αρκετά χρόνια. Δεν είναι της παρούσης να ασχοληθώ με το πώς γνωρίστηκαν, άλλωστε το έχω και γω ο ίδιος ξεχάσει. Ζούνε για χρόνια σε μια γειτονιά της Αθήνας με ιστορία. Απ’ αυτές που γίνονται διηγήσεις στις ζωές των άλλων ανθρώπων. Αυτών που φτιάχνουν μίζερες οικογένειες. Που βλέπουν δελτία ειδήσεων και παίζουν με τους φίλους τους παιχνίδια επιτραπέζια. Αυτών που τα Σαββατοκύριακα σπιτώνονται στα πεθερικά τους. Γιατί έχει μεγάλο σαλόνι και κριθαράκι. Τον Β και την Σ τους είδα πριν από κάτι μέρες στην Καισαριανή. Η Σ έκλαιγε στην αγκαλιά του Β. Έξω απ΄ το Σκοπευτήριο άφησε απλά ένα λουλούδι στο χώμα.

Είναι ένα σημείο απ’ το μπαλκόνι μου που φαίνεται λίγο η θάλασσα. Εντάξει πολύ λίγο. Και απ΄ το παλιό μου σπίτι φαινόταν η ακρόπολη. Και αυτή για πολύ λίγο. Έπρεπε να πατήσεις σε μια γλάστρα, να «ψηλώσεις» λίγο και κάπου ανάμεσα σε κάτι πολυκατοικίες να δεις ένα μικρό κομμάτι από την ανατολική ζωοφόρο (που η μισή είναι στ’ αλήθεια στο Λονδίνο).  Στο δικό μου όμως το μυαλό αυτά τα δύο σημεία εφάπτονται. Όχι απαραίτητα η θάλασσα και η Ακρόπολη. Αλλά αυτό το “πολύ λίγο”. Που είναι εν τέλει αρκετό για να χω να θυμάμαι κάτι. Και να φτιάχνω κι άλλες μικρές ιστορίες. Απόψε ήθελα μονάχα να πω ιστορίες. Τσιγάρο στο μπαλκόνι. Στους 2 βαθμούς. Το πολύ κρύο, ή η πολύ ζέστη είναι μια ύπαρξη ζωής. Όπως ότι σε φέρνει κοντά στον να την απολέσεις. Ίσως τελικά η ζωή να είναι αυτό που λέμε δυό δάχτυλα απ’ τον θάνατο. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

 

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.