Ημερολόγιο καραντίνας #2

Πέρασαν κιόλας 40 μέρες. Ή 50; Πόσες είναι; Πόσες ήταν; Δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία, εκτός αν είσαι ασυρματιστής ή οπλονόμος ή καπετάνιος ή τέλοσπαντων κάποιος που μετράει το χρόνο χωρίς καμία σχετικότητα. Καθώς ο καπνός που σκοτώνει, μεταξύ άλλων, και τον covid -19 γλιστράει απ’ το λαρύγγι του, ιπτάμενος σ’ έναν διάδρομο ιστών, παλώμενος από τη φώνη ή απ’ συναισθήματα σε μια πορεία προς το βάθος, το σκοτάδι, το μη ανιχνεύσιμο. Του φαίνεται ότι αυτός ο καπνός είναι το μόνο που μοιάζει με τις σκέψεις του. Άντε να την πιάσεις. Άντε να βρεις προς τα που πηγαίνει. Άντε να δεις το “τέλος”, δοσμένο απ’ τους καπνούς του Αριστοτέλη ή τα ζουμιά του Σπινόζα. Άντε να βρεις νόημα μέσα σ’ ένα διαμέρισμα ή ένα γωνιακό μπαλκόνι. Ο απέναντι πάλι βγήκε. Σίγουρα χωρίς να χει στείλει καν μήνυμα.

Το βιβλίο έχει τίτλο “Ο Άνθρωπος εναντίον του Κράτους”. Εκδόθηκε το μακρινό 1884 από κάποιον Herbert Spencer. Αυτός – θέλοντας να οικοδομήσει μια κοινωνική θεωρία πάνω στο έργο του Δαρβίνου – (μα τι θράσος) διατείνεται πώς όπως η “φυσική επιλογή” αποφασίζει ποια είδη είναι προσαρμοσμένα να επιβιώσουν και ποια όχι, το ίδιο θα έπρεπε να κάνει και η ανθρώπινη κοινωνία ή μάλλον καλύτερα η ελεύθερη αγορά. “Η αρχή της επιβιώσης του καταλληλότερου”. Ο γλυκούλης Spencer άρεσε σε κάθε πλούσιο “καταλληλότερο” που φυσικά αφαιρούσε από το παιχνίδι της ρουλέτας τον εαυτούλη του. Άρεσε επίσης στον Χίτλερ και τους θρησκευτικούς φονταμενταλιστές που απλά αντάλλαξαν την” κοινωνία” και την “αγορά” με τις έννοιες της “φυλής”, του “άιματος” και του “Θεού”. Κοινωνικός δαρβινισμός σου λέει. Όλες οι ανισότητες είναι αναπόφευκτες. Απλά οι υποστηρίκτες του πρέπει να έχου εξασφαλίσει πριν υποστηρίξουν αυτή τη μαγική ιδέα ότι είναι απ’ τη μεριά των νικητών – όχι φυσικά εξαιτίας μιας κρυφής ικανότητας – αλλά μιας a priori μιλημένης διανομής. “Ο καθένας παίρνει ότι του αξίζει” – απλά εμείς έχουμε ήδη τραβήξει άσσο. Μοιράστε τα φύλλα και παίξτε οι υπόλοιποι, εμείς θα σας βλέπουμε σε στυλ Κολοσσαίο.

Η Ξ μπαίνει στο μετρό. Φοράει μάσκα. Πάει κάθε μέρα στη δουλειά. Μετράει τον κόσμο στο βαγόνι. Είναι πιο πολλοί σήμερα. Χθες ήταν πιο λίγοι. Πάμε καλά. Αλλά και τι με νοιάζει; Είμαι μόνη μου. Ποιούς δικούς μου ανθρώπους θα κολλήσω; Αφού ζούνε αλλού. Και με το αγόρι μου χωρίσαμε τα Χριστούγεννα, γιατί ήθελε παιδιά και καταπίεση και γω είμαι σε άλλη φάση της ζωής μου. Κάνω καριέρα. Θέλω αναγνώριση. Θέλω κι άλλα λεφτά. Θέλω να ξεχάσω τι μου είχε πει εκείνο το καλοκαίρι. Ψάχνει να βρει ποιος βήχει και πάει και κάθεται δίπλα του. Θέλει να νιώσει ζωντανή. Ακόμα και έτσι.

Ξύπνησε σ’ ένα σπίτι με κοινόχρηστη τουαλέτα. Έριξε νερό στο πρόσωπό του, νερό που του φάνηκε θολό, με μια αίσθηση ζάχαρης. Έφαγε λίγες τηγανητές μπανάνες, ξαναφόρεσε το πουκάμισό του – που μύριζε έντονα κάπνα και ρούμι. Κατηφόρησε την calle 22, μέχρι να βρει την Malecon. “Hey guapo, quieres ir a caminar?” Ο αέρας απ’ το αρχιπέλαγος μπορεί να σε ξυπνήσει καλύτερα και από ενδοφλέβια καφεΐνη. Μπροστά στο National, στα χαμηλά σπίτια του Vedado, με την πόλη να έχει αρχίσει δειλά δειλά να ξυπνάει, την υγρασία να θυμίζει βροχή, τη μυρωδιά του δρόμου να θυμίζει θαλπωρή, την κόρνα του σοβιετικού λεωφορείου, εκείνη την γυμνή πλάτη σαν πίνακας του Modigliani, εκείνη την αυλή με τα εξωτικά λουλούδια και τους χορούς, τη σημαία 26 de julio, τα φιλιά, τα κερασμένα lancero, το δειλινό απ’ τον 6o στο σπίτι του Charles με την παρέα απ το συνέδριο. Πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ το “σπίτι”, σ’ αυτό που τελικά μοιάζει περισσότερο απ οτιδήποτε με το “σπίτι”. Τις αναμνήσεις.

– Μπορείς να κλείσεις την τηλεόραση. Δεν θέλω να δω άλλες ειδήσεις.
– Σε λίγο θέλω να ακούσω τι θα πει γι’ αυτό το φάρμακο. Παύση.
-Πότε περιμένουμε τα ψώνια απ’ το super market; θυμάσαι αν πήραμε μάσκες;
– Νομίζω μεθαύριο. Δεν πήραμε, αφού λένε δεν χρειάζονται.
– Και αν το αλλάξουν μετά; Τι νομίζεις φτιάχνουν μάσκες συνέχεια, τι θα τις κάνουν όλες αυτές, να δεις που θα μας πούνε να τις βάζουμε; Δεν διάβασες ότι στην Τσεχία είναι υποχρεωτικές;
– Έχω κουραστεί να διαβάζω γι’ αυτό. Αλήθεια πάμε μια βόλτα. Να στείλουμε 6 και να περπατήσουμε.
– Τώρα; έχει ψύχρα. Δεν θες καλύτερα αύριο; Έλεγα να δούμε κάνα επεισόδιο απ’ αυτή τη σειρά που μας είπαν τα παιδιά.
– Θα με πάρει ο ύπνος αν ξαλπώσω.
– Δεν πειράζει έλα ξάπλωσε πάνω μου.
– Ναι, αν είναι έτσι, όντως δεν πειράζει.

Την λένε Mata Mua ή Mua Mata. Κάπως έτσι. Ο Π πήρε ένα μεγάλο καρφί. Μέτρησε το μήκος του τοίχου και κάπου στη μέση, σ’ ένα ύψος που του φαινόταν εντάξει το κάρφωσε και κρέμασε τον πίνακα που πιστώνεται στον Γκογκέν. Το είχε βρει σ’ ένα αφισάκι κάπου στο κέντρο. Του άρεσαν τα χρώματα και η απεικόνιση των ιθαγενών που με μια πιο προσεκτική ματιά είναι όλες γυναίκες. Έψαξε να βρει πληροφορίες. “Λατρεύουν την θεότητα της σελήνης Hina”. Αϊτή του 1891, πρωτόγωνες φυλές, αμόλυντες από τον δυτικό τρόπο ζωής. Ώστοσο ο δυτικός άνθρωπος έχει ήδη φτάσει εκεί, η ζωή των ιθαγενών έχει εκφυλιστεί απ’ τον ευρωκεντρισμό του, από τους χρυσούς σταυρούς του Ιερέα, τις ξιφιλόγχες των Κονκισταδόρες, τις πανοπλίες των χωρικών που καβάλησαν τα πλωτά τους άλογα. Υπολείμματα ενός ένδοξου παρελθόντος, που ήταν ήδη καταδικασμένο σε εξαφάνιση. Η mata Mua είναι ένας ύμνος για τον φυσικό τρόπο ζωής που μας ξεγλύστρισε εδώ και χρόνια. Σήμερα “φοριέται” σε σαλόνια χαμηλοτάβανων πολυκατοικιών, στους μικροσκοπικούς χώρους που μας θυμίζουν τα μεγαλεπίβολα σχέδια μας και την κυριαρχία μας στη φύση. “Έχει ωραία χρώματα”.

– Περάστε πάτερ.
– Σας ευχαριστώ. Δεν θα κάτσω πολύ. Έχω να πάω σε άλλα 15 με 20 σπίτια.
– Τι να σας προσφέρω; Ένα γλυκάκι, έκανα κέικ προχθές, αφού τελείωσε η μεγάλη νηστεία μας.
– Σας ευχαριστώ δεν θέλω τίποτα, έφαγα ήδη στις κας Θοδώρας. Μόνο αν σας είναι εύκολο ένα ποτήρι νερό και ένα αντισηπτικό για τα χέρια.
– Φυσικά, έχω και μαντηλάκια αν τα προτιμάται.
– Σας ευχαριστώ. Καλύτερα υγρό. Λοιπόν, εκτός από εσάς θα κοινωνήσει κανένας άλλος;
– Ναι, ο άντρας μου και το παιδί. Σταύρο, πάρε τον μικρό και ελάτε μέσα.
Βγαίνει το κρυμένο δισκοπότηρο, το κουταλάκι, το ιερό κείμενο
– Δώστε μου λίγο χρόνο να ψάλλω και θα είναι σαν τη Κυριακή μας, στην εκκλησιά μας που την έκλεισαν.
Τρεις βαριές κουταλιές, ένα εικοσάρικο στην τσέπη. Ένα ιερό καθήκον. Ησυχία και γαλήνη και σιγουριά
Θεία κοινωνία είναι να νιώθεις ότι συντηρείς αυτά που σου κληρονομήθηκαν. Να νιώθεις ότι αξίζει να ζεις. Ότι αξίζει να ρισκάρεις.
Τι είναι η ζωή του πιστού; Ένα χαλκευμένο διανοητικό Ε9 με μια δόση ηθικής καθαρότητας με πρώτο αποδέκτη του μεγάλου ψέματος τον ίδιο σου τον εαυτό.

Ο Τ έκανε τρεις παρεμβάσεις στο timeline του καθόλη την διάρκεια της καραντίνας. Πρώτα απ’ όλα πόσταρε ένα Ρώσο στρατηγό που μίλαγε για το πόσο σίγουρα κατασκευασμένος σε εργαστήριο είναι ο ιός και πόσο σχέση έχει με την οικονομική κόντρα ΗΠΑ – Κίνας. Φυσικά ο Τ, δεν ξέρει ρωσικά, αλλά οι κίτρινοι και με κεφαλαία γράμματα υπότιτλοι, τον έπεισαν. Θα μπορούσε δηλαδή, να μας μιλάει για τους S 300, για το πως αιματοκύλισαν τη Συρία, για τον Μαγιακόφσκι. Αλλά δεν έχει σημασία. Τα τεκμήρια είναι τεκμήρια. Δεύτερο ποστ, μετά σχολιασμού και πολλών σχολίων, youtube video από τον πύρινο λόγο ενός παπά ότι η όλη καραντίνα και οι απαγορεύσεις στοχεύουν την εκκλησία και την θεία κοινωνία και το πόσο πολύ θα μας τιμωρήσει ο καλός μας Θεός που φέτος δεν κάναμε το Πάσχα που μας αρμόζει. Του Τ, του λείπουν 2 δάχτυλα από γουρούνες στην Καλαμάτα, τον παλιό καλό καιρό, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να απαντήσει σε κάθε σχόλιο συναγωνιστή, συνέλληνα και πληττόμενου Χριστιανού από τα σχέδια των Μασόνων. Ασφαλώς το 3ο ποστ είχε να κάνει σε σχέση με το εμβόλιο. Πόσα λεφτά θα βγάλουν, πόσα χρόνια είναι ήδη έτοιμο και γιατί δεν το δίνουν στον κόσμο, ποιοι επώνυμοι το έχουν ήδη κάνει. Ο Τ στο τέλος του 2020 έχασε τη δουλειά του. Το παιδί του, έφηβος με κινητικό πρόβλημα και δυσλεξία έμεινε στην ίδια τάξη. Η γυναίκα του τους τάιζε καθαρίζοντας σκάλες σε σπίτια στην Φιλοθέη. Η Χρυσή Αυγή που ξαναμπήκε στη Βουλή του 2022 έγινε ξανά η αγκαλιά του. “Μας κλέψανε τον ιδρώτα μας με τον ψευτο-ιό τους και τα μοιράσανε στους λαθρομετανάστες. Η Ελλάδα τους ενοχλεί. Αυτό είναι το πρόβλημά τους. Η Ελλάδα μας”. Απ’ τους ιούς μπορεί και να γλιτώσουμε. Απ’ τους εαυτούς μας δύσκολα.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.