Νοστ-αλγία


Γέλασε τόσο δυνατά. Και δεν μπορούσε και να σταματήσει. (Παρένθεση). Υπάρχει πάντα τόσο διακριτή και τόσο ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αλήθειας, κοινότοπου και αποδεκτού που εν τέλει αναγάγεται σε αλήθεια. Κ ο Τ για αυτό γελούσε. Προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τα νέα δεδομένα. Μέχρι η θεία του να του πει αυτό το αληθοφανές κοινότοπο «όλα γίνονται για ένα λόγο. Να το ξέρεις». Άλλο ένα θέμα κάτω απ’ το χαλάκι. Άλλη μια απάτη. Άλλο ένα τσιτάτο. Αλλά για τον Τ ο λόγος ήταν προφανής. ‘Όντως ήξερε. 

 
-“Το να περπατάς την Αθήνα το βράδυ είναι μια πρόκληση”. Είπε η Κ. Κύπρια. Ήρθε μια Παρασκευή (νύχτα) με σκοπό να “αλωνίσει” γύρω από τα εμπορικά που λείπουν απ’ την μαρτυρική. Ερμού και μπουζούκια. Ξημερώματα, κάπου ανάμεσα σε αναφιλητά, καπνά και παγάκια το κυπριακό τραπεζικό σύστημα κατέρρευσε. Μαζί του κ τα Σαββατοκύριακα. Η Αθήνα βέβαια παρέμεινε πρόκληση. Από μια άλλη ματιά.
 
-Και τώρα τι κάνεις εκεί; Ρώτησε λίγο αμήχανα. -Τον project manager. Προφανώς ο τίτλος μεταφράζεται στα ελληνικά. Αυτό που δεν μεταφράζεται είναι η κορπορατιστική μανιέρα τον τίτλων. Δηλαδή και αυτή μεταφράζεται σε κάποια αράδα των μνημονίων, των συμβάσεων, των εταιρικών δεδομένων. Των πρωινών ξυπνητηριών. Της υπεραξίας. Των επιλεκτικών ανθρώπων και της καριέρας. Μερικές φορές είναι ωραίο να φέρεις έναν τίτλο. Έναν τίτλο που να μπορείς να σηκώσεις. Που να θες να σηκώσεις.  
 
Κυριακή πρωί. Ο Κ και η Μ μιλάνε για παππούδες κι γιαγιάδες. Απ’ το τηλέφωνο φυσικά. 
Για να πατάξουν αυτό το περίεργο μειδίασμα του από κοντά. Ενός από κοντά που μάλλον θα δολοφονούσε αυτή την κουβέντα. -“Είναι απίθανο που τώρα ζω στο (σαφές τηλεφωνικό βούρκωμα). Σε λίγη ώρα μίλησαν και για τις κηδείες τους. Δεν έκλαψαν. Τουλάχιστον ηχηρά. Μύρισαν τα κοινά τους, ένωσαν τα κενά τους. Κατάλαβαν ότι πλέον όλα γύρω τους έχουν μεγαλώσει. Και εκείνοι μέσα σε αυτό το όλα. Κατάλαβαν ότι πλέον φοβούνται τον θάνατο.

Και όποιος δεν έχει ζήσει στο πεζοδρόμιο πως να εκτιμήσει την ζεστασιά από τα μάτια σου και την ομορφιά σου κούκλα μου. Τη μοναξιά σου ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους”. Ο Παύλος είχε τουλάχιστον ζήσει στο πεζοδρόμιο. Μια ουρά μπροστά από έναν ασανσέρ για μια διάσημη ταράτσα. Drum machine μελωδίες. Φοιτητές. Ντυμένοι σαν γιάπις. Άνεργοι με iphone.  Η πόλη αλλάζει. Και πως να το αποφύγεις. Η αλητεία της όμως μικραίνει. “Και τρέχει ο άνεμος μπροστά. Τον ήλιο ακολουθάω κι μήνας έχει 9“.   
 
Ο Ν κάνει τον σταυρό του καθώς το αυτοκίνητο περνάει μπροστά από μια εκκλησία. Όχι μια τυχαία για την περίπτωση του, καθότι φέρει το όνομα λατρεμένου Πολιούχου. Ζητάμε εξηγήσεις. “Επέστρεψα στα αναχώματα του παρελθόντος είναι η ετυμηγορία” που εξαγάγεται, τρόπον τινά δύσκολα, από τα συμφραζόμενα. -“Μα δεν έφυγα ποτέ μας λέει ο Ν”. Η σχετικότητα είναι πάντα μια αρετή. Και μια καλή κρυψώνα. Για κάθε αλλαγή. Για κάθε μύχια εντολή. Σατ ναμ και εκπνοή. Σημασία έχει η ευτυχία. Η επιτομή δηλαδή της σχετικότητας.  
 
Η C περνάει έξω από το σπίτι μου. Κοιτάει το μπαλκόνι. Δεν ξέρω αν πρέπει να την λυπηθώ. Σίγουρα δεν πρέπει να την θυμάμαι. Δεν έχω να την θυμάμαι. Κοιτάω και γω το δρόμο. Όλα όσα περνάνε μας ανήκουν στιγμιαία. Ως κλείστρο ενσωματωμένο στις αισθήσεις μας τα φυλακίζουμε. Κι είναι αλάθητες οι αισθήσεις; Όσο η λογική αναγάγεται σε αίσθηση μπορείς να κοιμάσαι καλά μου είχε πει ένα βράδυ ο Ν. Ίσως και να έχει δίκιο.    
 
Ο Μ δεν έχει απλά ξεσπάσματα. Και δεν έχει να κάνει με την ηλικία του. Διάδοχος μιας επιτυχίας βλέπετε. Ζυγίζει τις επιλογές του. Ακούει ανθρώπους να τον κατακρίνουν. Προφανώς προσπαθώντας να διορθώσουν την δική τους συμπεριφορά στη δική τους χρονογραμμή. Να διορθώσουν τα δικά τους λάθη, στην δική τους εποχή των δεινοσαύρων.  Όταν η φιλία, ο έρωτας η οικογένεια είχαν μια δόση αλήθειας. Μικρή, σχετική, αλλά συνάμα αδιαπραγμάτευτη και ακέραιη. Τον βλέπω να πηγαίνει φροντιστήριο και θυμάμαι τα δικά μου περισκόπια. Σε έναν κόσμο όμορφο και απογοητευτικό. Με ανθρώπους πότε θύματα και ποτέ θύτες.              
 
-“Τι ωραία που ήταν η Αθήνα τότε! θα ήθελα να ζήσω και εγώ στα 50s με τις ανοικτές πόρτες, τις γειτονιές, τα γέλια, τις παρέες. Τότε που το Σούνιο ήταν εκδρομή”. Εν μέσω σιγής αυτά ξεστόμισε η Α. Η Νοσταλγία (ιδιαίτερα αυτή που δεν είναι καν βιωματική) είναι μιας σαφής ένδειξη φόβου. Η Α όμως δεν φοβάται τίποτα. Η δική της Νοσταλγία είναι πλασματική. Αυτό που επιζητεί είναι οι νόρμες που χάθηκαν στη διαδρομή. Οι πραγματικές αγάπες, οι νορικοί έρωτες, οι οικογένειες 20άρηδων, τα Κυριακάτικα κοκκινιστά. Αυτό δεν είναι Νοσταλγία, αλλά πραγματισμός. Για τους ξέρουν τα θέλω τους που ζουν ενίοτε ανάμεσά μας.    
Έξω τα δέντρα έχουν ανθίσει. Μου το λέει η μύτη μου. Ένας 50αρης μπαίνει στο αυτοκίνητο μιας τρανς, σε μια καβάτζα γνωστή. Μυρίζει μαργαρίτα. Από πίσω οι μπάτσοι. 
Η μηχανή μου δεν έχει μπαταρία, για ένα εσταντανέ που απορώ αν θα ήθελε να νετάρει. Αλλή φορά. Η καβάτζα είναι γνωστή στους απανταχού “οικογενειάρχες” και ο επιφαινόμενος σουρρεαλισμός επαναλαμβάνεται.  

Παρασκευή βράδυ. Τουρ σε μια πόλη άγνωστη. Με μια ξένη κι ένα κουτάβι. Ο Κ κοιτάει τον κόσμο απ’ τον οποίο νιώθει δεμένος. Πληρώνει άλλη μια γύρα μπύρες. Στη διαπασών frisko blues. Από Νοσταλγία, από μόδα, από σοφιστικέ κωδικοποίηση. Για να επικοινωνούμε με νοήματα οι αναμετάξυ μας διανοούμενοι (sic). Όλα αυτά μοιάζουν ένα τίποτα. 2 ώρες μετά, ένα λάθος, ένα χαλασμένο φανάρι, μια χρονοχωρική διασταύρωση, μια ταχύτητα που ξεπερνάει την βιολογική μας κατασκευή ως εννοιολογική απόδειξη της βλακείας μας, ένας ήχος. Κλάματα. Η Μαρία. 22. Στην άσφαλτο. Κατάθεση και προστασία. Σήμερα, σε μηχάνημα. Που πάει η νοσταλγία, η νωχελικότητα, η αναβλητικότητα όταν ο θάνατος σταυρώνει εαυτόν στο παρουσιολόγιο. Ένας πελάτης που δεν απάντησε, κάποιος που απλά δεν σου εξήγησε. Μια απάτη, μια παρεξήγηση. Ένας κόμπος που δεν λύνεται. Να μαρτυράς την ασημαντότητα της ίδιας σου της ύπαρξης. Της κάθε ύπαρξης

Η πλατεία είναι γεμάτη. Και θα είναι. Ίδιοι άνθρωποι άλλα ρούχα. Διακανονισμένος κομφορμισμός. Πάρτι καθήμενων. Ποτό και διαχυτικότητα, μέσα στις τοξίνες. Ύστερα μια τρελή βόλτα. Trash. Καθιερωμένο. Από την διόπτρα αυτού που κατανοεί. Που εξωραΐζει. Μια ματαιότητα αβάσταχτη. Στο μπαλκόνι.

H Λ ένιωθε νοσταλγία. Και είχε λόγους. Ανέκαθεν ρομαντική. Ανέκαθεν συναισθηματική. Και τώρα με μια ανεξήγητη απώλεια στους ώμους. Δεν έγραφε συχνά. Αλλά σε κάθε της γραφίδα φρόντιζε να σε παρασέρνει σε μια ακραία κατανομή συναισθημάτων. Καλών, κακών. Αληθινών. Υπάρχουν άνθρωποι που όταν έχουν κάτι να πουν το λένε. Με κάποιο τρόπο. 
Εν τέλει, απλά υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κάτι να πουν. Και η Λ έχει. Είχε και θα έχει. Μα δεν μπορεί ακόμα να καταλάβει ότι η εξέλιξή της δεν αναρωτιέται για τη νοσταλγία της. Δεν λογαριάζει το παρελθόν της. Το παρελθόν μας.

Ο Η έγραψε κάτι για τη Βοστώνη. Μαζί με τον Π. Πασίγνωστο αντι-αριστερό πια. Ο Α φρόντισε να αρχίσει τον χορό των like. Υπάρχουν ανάμεσά μας άνθρωποι που εκφράζουν την κενότητά τους μέσα από like. Είμαι ότι είμαι μέσα από την αντανάκλαση των like μου. Των “μου αρέσει”. Των “θα πάω εκεί”, “θα πάω κι αλλού”. Βασικά είμαι αυτό που βλέπουν οι άλλοι. Θέλοντας ή μη. Άντε πες το αυτό στον Χιουμ. Έχουν πλάκα οι πενθούντες την Βοστώνη. Την μέρα του εργατικού ατυχήματος στο Σχιστό, μια μέρα πριν την Μανωλάδα, μια μέρα μετά από νέες εκατόμβες στη Συρία και στο Ιρακ βρήκαν μια ακόμη ευκαιρία να αποτίσουν δήλωση μεταμέλειας στον καπιταλισμό. Τους ενόχλησε λέει ο πιτσιρίκος. Ο κάφρος. Κι “καφρίλα” του επιστάτη παράπλευρη απώλεια. Ελεύθερη αγορά και δημοκρατία. Τους σόκαρε η Βοστώνη. Μαζί με τη Marfin άλλοι 4 νεκροί. Οι μόνοι των τελευταίων χρόνων. Για τους ιδεαλιστικά αναξιοπαθούντες.   

 – “Δεν μπορώ να καταλάβω που τη βρίσκω την καλή διάθεση. Έχει ανθίσει. Ταξιδεύω. Βλέπω φίλους. Ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ”. Σκέφτεται ο Κ περιμένωντας το τραμ. Η δίκη του νοσταλγία πολλαπλασιάζεται μέσα από αφαιρέσεις και προσθέσεις. Το Λονδίνο που άφησε, το διάβασμα που περιμένει, μια μεγάλη αναπαυτική καρέκλα και κολλαριστά πουκάμισα. Μια όμορφη που μαγειρεύει. Μια γουνόμπαλα που μπλέκεται στα πόδια σου. Άνοιξη είναι και θα ρθει καλοκαίρι.



    

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.