Χειμώνας

Η Μαρία συνέχισε να twittάρει με ζήλο. Είχε συνδέσει το λογαριασμό της με το FB και έτσι ενημέρωνε με ένα τσιτάτο και μια φωτογραφία αφίσας τους (σοσιαλμιντιακούς κ μη) φίλους της. Η ομάδα εκτελούσε σοβαρό σκοπό, και με το πολικό ψύχος που είχε σκεπάσει την πόλη έπρεπε να ολοκληρωθεί επιτυχώς η καμπάνια «μάζεψε την περσινή κολεξιόν του Λακ για τους άστεγους».
Ναι, αυτή η πόλη έχει πλέον εμφανής άστεγους. Συνήθως κάτι είναι μετρήσιμο μόλις αρχίζει να φαίνεται και έτσι τα επίσημα νούμερα κάνουν λόγο για 20.000. «Ο πραγματικός αριθμός των αστέγων θα πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερος» συνήθιζε να επαναλαμβάνει ο Γιάννης, συνταξιούχος, υπάλληλος του υπουργείου οικονομικών την 7ετία 1996-2004. Εγώ τον Γιάννη τον πιστεύω έλεγε η γυναίκα του, Μέλπω, είναι άσσος στην μαγειρική.
Τα like έπαιρναν και έδιναν και η φιλανθρωπία εκθρόνισε την αλληλεγγύη. Έστω και διαδικτυακά. Βέβαια, υπήρχαν και αυτοί που δεν ασχολήθηκαν με τα μάταια τούτου του κόσμου, αποχαυνωμένοι από την ονείρωξη των Χριστουγέννων που δεν είναι ποτέ λευκά εδώ στα μέρη μας, οπότε και αρκέστηκαν σε διθυραμβικά σχόλια τύπου «εδώ χιονίζειιιιιιιιιιιιιιι», ή «άσπρη η Κηφισιά! Δεν θα πάω δουλειά αύριο» ή ότι άλλο ενέπλεκε το χιόνι.
 
«Έχει να χιονίσει 2 χρόνια και 23 μέρες στην Αθήνα. Το’ ξερες;» έλεγε ο Γιάννης στην απορροφημένη σύζυγό του κατά τη διάρκεια του τηλεοπτικού διαλείμματος μεταξύ ειδήσεων και δελτίου καιρού. Είχαν ματαίως συντονιστεί στον ΣΚΑΪ με το που άκουσαν την επιστροφή του Ευαγγελάτου αλλά υπέμειναν βασανιστικά μια άνευρη ξανθιά. «Δεν μ’ αρέσει που χιονίζει τώρα αποκρίθηκε η Ελληνίδα μάνα. Έχει βγει βόλτα το παιδί και ποιος ξέρει τι ώρα θα γυρίσει πάλι».
Παιδί εννοούμε ένα 29, άνεργο, καλοζωϊσμένο και ευτραφή τύπο ο οποίος έκανε την στρατιωτική θητεία του στο Πεντάγωνο και πέρναγε μια φάση αυξημένων νεύρων και χαμηλής παραγωγικότητας. Η Μαρία είχε με την σειρά της προσπαθήσει να τον ξεκουνήσει από τους εξάωρους καφέδες και τα τάβλια, και μία η ρητορεία της μία τα γλυκά ματάκια της έκαναν τον ανώνυμο Έλληνα κανακάρη να γραφτεί στην ΜΚΟ «Σου βγάζω την αγκίθα απ το πόδι, αν πατήσεις καμία».
 
Η νύχτα πέρασε εν τέλει αδιάφορα. Η Μαρία προσκάλεσε 5.000 ανθρώπους με τα 123 ναι και τα 4.700 ίσως να μην την ικανοποιούν και να την δυσκολεύουν συνάμα να διαλευκάνει τον πραγματικό αριθμό των συμμετεχόντων στην γκαλά – δωρεά. Ο Γιάννης ξεράθηκε αφού κατακεραύνωσε με επιστολή κόλαφο τον ανήθικο, υβριστή Χριστιανόπουλο που συμπεριφέρθηκε ελιτίστικα και χυδαία ενώ ήταν καλεσμένος τηλεοπτικής εκπομπής κι Μέλπω αφού έβαλε τους γίγαντες να φουσκώσουν, ξάπλωσε στον καναπέ απέναντι από την Sony-Μαχαγιάνα που την ύπνωσε ευλαβικά και γρήγορα.
Ο ανώνυμος νέος έκανε βόλτα στο κέντρο της Αθήνας παρέα με όλα τα καταρρακωμένα όνειρά του. Το κρύο δεν τον ενοχλούσε, όσο η εικόνα ανθρώπων που κοιμόντουσαν σε αυτό. Προσπέρασε δυο-τρία συνεργεία που έπαιρναν πλάνα για την μεσημεριανή ώρα λαϊκιστικού μιξοκλάμματος και την προπαγάνδα «κάνε ότι λέει ο διορισμένος τραπεζίτης γιατί αλλιώς έχει χαρτόνι και παγκάκι», προσπέρασε κάτι ακροδεξιούς που περίμεναν να πάρουν το γκρον-πλαν «πώς καταντήσαμε» αλλά κατά βάθος χαίρονταν και βρέθηκε στο Σύνταγμα, την πιο κρύα πλατεία του κόσμου. Κι όμως το κρύο δεν ήταν φυσικό ένα φυσικό φαινόμενο όπως τις άλλες φορές. 
 
Κι ύστερα ήρθε το χιόνι…

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment