Advertorials και οπορτουνισμός


Μερικές φορές υπάρχουν πράγματα που θέλεις να πεις και πολύ απλά μέσα από την εξέλιξη των γεγονότων σου παρέχεται απλόχερα η ευκαιρία. Μέσα στην δίνη των γεγονότων, στην «μετά – την εξέγερση» σιέστα με φίλους, στις συνελεύσεις των καταλήψεων, στις συζητήσεις με φίλους, στα blogs που ολοένα και ανθίζουν με νέα κείμενα, υπάρχει μια διαφάνεια. Οι μάσκες έχουν πλέον πέσει. Τα γεγονότα δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια ιδεολογικών αυτοκαθορισμών, αφορισμών και επιδερμικών τοποθετήσεων. Τα στρατόπεδα είναι πλέον δύο. Από την σύνθεση των χρωμάτων έχει μείνει μόνο το μαύρο και το άσπρο. Και όσοι ακόμα επιμένουν στην λογική του γκρι, του «ναι μεν αλλά», επί της ουσίας καταλήγουν συνειδητά ή ασυνείδητα στην ζεστή αγκαλιά κάποιου πόλου του αέναου ταξικού αγώνα.
Εδώ και περίπου 3 χρόνια, όσο δηλαδή καιρό τα δημοσιογραφικά έντυπα free – press της πόλης έχουν καθιερώσει την παρουσία, εκπροσωπώντας ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό με αρκετά ομογενοποιημένα χαρακτηριστικά, θέλω να εκφράσω κάποιες σκέψεις μου για τα έντυπα αυτά αλλά και την γενικότερη συνεισφορά τους. Λίγο πολύ η δυναμική που απέκτησαν, οι ενδιαφέρουσες ρητορικές που ανέπτυξαν, ο ρόλος του φορέα κάτι «νέου» όπως συχνά ευαγγελίζονταν, η ρητορική μιας απολιτικοποιημένης – με βάση την ειδομένη λογική της πολιτικοποίησης – αλλά συνάμα έντονα πολιτικής συνείδησης που αναπαραγάγουν, η σημαντική αισθητική τους προσέγγιση, η επαφή τους με την πόλη και τα ποικιλόμορφα κινήματά της, με έκανε να προτιμήσω τον διακριτικό ρόλο του παρατηρητή. Κάπου μέσα μου είχα πάντα μια διαμορφωμένη άποψη για τα έντυπα αυτά. Αυτή την ενδεχομένως εύκολη και αβίαστη λογική του ρεφορμιστικά απολιτίκ εντύπου που περιχαρακώνει τον εαυτό του σε γλυκανάλατα και καλαίσθητα αδιέξοδα. Ένοιωθα και νοιώθω ότι όχι, δεν μπορεί να είναι μόνο έτσι. Αυτή η γραμμική ανάλυση που δεν αντιλαμβάνεται την εξέλιξη των κοινωνικών δομών και κατά συνέπεια και των ατόμων πέραν του διαχωρισμού αστική τάξη – προλεταριάτο, όσο επίκαιρη, όσο έγκυρη και να είναι δεν μπορεί να είναι η μόνη. Σκεφτόμουνα, ότι τουλάχιστον, αυτά τα έντυπα αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνία μας και ότι η ρητορική της συθέμελης καταδίκης τους ανήκει στους συντάκτες εντύπων τύπου ριζοσπάστη. Κάτι γίνεται σ’ αυτά τα free press. Υπάρχει κάτι «καινούργιο» που εκφράζεται μέσα από αυτά, άσχετα με το εάν σε βάθος χρόνο αυτό δύναται να εκφραστεί μέσα από παραδοσιακά ταξικά κινήματα. Και όλα καλά μέχρι τις 6 Δεκέμβρη. Όταν δηλαδή μία αρκούντως επαρκής αφορμή ήρθε να προστεθεί στο πολιτικοοικονομικό σκηνικό της χώρας και να θέσει τα ζητήματα στην βάση τους. Τώρα τι ρόλο παίζουν τα free- press;
Κατά την γνώμη μου το καλύτερο free- press της πόλης είναι μακράν η Lifo. Η όλη αισθητική του εντύπου και οι υπογραφές τον συντακτών (Τσαγκαρουσιάνος, Κούλογλου, Πολιτάκης, Παπαγιώργης, Χρήστος Μιχαηλίδης, M Hulot, Νίκος Δήμου, Δημήτρης Θεωδορόπουλος στα της μπαλα-λάικα) είναι αρκετές για να χαρακτηρίσουν μια μεταμοντέρνα σκεπτόμενη εφημερίδα, χωρίς απαραιτήτως συντεταγμένες, αλλά σαφώς προοδευτικές απόψεις. Με στόχο την πόλη που εξελίσσεται, τα νέα κοινωνικά κινήματα της αλλαγής και την μεταμοντέρνα αισθητική. Παράλληλα, η εφημερίδα συνδέθηκε μέσα από τα κείμενά της και με το κίνημα των ομοφυλοφίλων της χώρας που διεκδικούν ότι ο σεξισμός και η ομοφοβία τους έχει στερήσει. Είπαμε, όμως, όλα καλά μέχρι τις 6 Δεκέμβρη. Γιατί, μέσα από τα γεγονότα των τελευταίων ημερών τόσο οι προθέσεις όσο και στόχοι όλων γίνονται πλέον απολύτως ορατοί. Ακτινογραφία ολκής.

Έχουμε λοιπόν και λέμε: την ημέρα κυκλοφορίας των free -press, δηλαδή την Πέμπτη 11/12 και οι τρείς μεγάλες (εμπορικά και από άποψη τιράζ) εφημερίδες της πόλης ασχολήθηκαν εκτεταμένα με «το γεγονός» και τα περί αυτό «γεγονότα». Θεωρώ, ότι η πιο ενδιαφέρουσα άποψη ήταν αυτή της lifο, η οποία παρουσίασε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον αφιέρωμα, με φωτογραφίες, εξαιρετικά κείμενα και ένα (όπως σχεδόν πάντα) πολύ σπουδαίο editorial του Σ. Τσαγκαρουσιάνου. Αδυνατώ όμως να ξεχάσω την επί σειρά ετών εναλλακτικά ρεβανσιστική στάση της εφημερίδας. Ιδιαίτερα ανάμεσα σε τόσους σκεπτόμενους ανθρώπους που επιμελώς επιλέγουν την λογικής της εναλλακτικά μεταμοντέρνας λήθης. Τώρα, όμως τα πράγματα αγρίεψαν. Και από την σούπερ ρηξικέλευθη εικαστική παπάρα του φίλου μας του τάδε και τα λοφτ του κεραμικού που είναι χάι και τους νεοαθηναίους με το νεολανσαριζόμενο πλαστό gay friendly προφίλ τους. Η λογική του «απλά αγαπάμε την πόλη μας», αντιστράφηκε με το την λογική μιας πόλης που ξαφνικά δεν αγαπάει τους πολίτες της. Και η εφημερίδα που πάντα ήταν μπροστά από την εποχή της, βρέθηκε να κυνηγάει από πίσω μια εξέγερση (ή ότι τέλος πάντων θεωρεί ο καθένας ότι είναι αυτό που βιώνουμε) για την οποία μέχρι τώρα το μοναδικό σημείο αναφοράς ήταν τα καινούργια vintage sneakers της. Βεβαίως, στο τεύχος αυτό δεν έλειψε η συνήθης τακτική των διλημμάτων (μόλις μερικές μέρες μετά τις κινητοποιήσεις) τύπου «και τώρα τι»;, «τώρα τα πράγματα πώς θα εκφραστούν», «εντάξει με την εξέγερση, αλλά τώρα πρέπει να πάρει άλλο χαρακτήρα». Ήθελα, να’ ξερα, όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά η lifo, τέθηκαν την επομένη θέματα, στόχοι και κατεύθυνση της εφημερίδας. Ακόμα και αν έγινε, στην πορεία του χρόνου δεν έλαβε χώρα καμία τύπου αλλαγή; Αναπροσαρμογή; Μήπως, αυτή η ρητορική του να πάρει το κίνημα κατεύθυνση είναι εν δυνάμει και ο πρώτος παρανομαστής καταστολής του; Ή τουλάχιστον μήπως αυτό έχει συμβεί με αυτό τον τρόπο πολλές φορές. Και πάλι παράλληλα κατανοώντας την άμεση ανάγκη τελεολογικής αποκατάστασης μιας ποικιλόμορφης εξέγερσης, μήπως αυτός είναι θέμα που θα έπρεπε να απασχολεί τις συνελεύσεις, τα συντονιστικά όργανα, τους άμεσα εμπλεκόμενους φορείς και επ’ ουδενί τον τύπο, ότι στάση και αν κρατά απέναντι στα γεγονότα. Όποιες και αν είναι οι προσδοκίες του. Γιατί, τόσο μεγάλη και πειθαναγκαστική ανάγκη στοχευόμενης και συμπαγούς έκφρασης του κινήματος; Υπάρχει ο κίνδυνος να καταλαγιάσει λένε. Ίσως, όμως αν βιαστεί να μορφοποιηθεί να υπάρχει ο ακόμα, κατά την άποψη μου μεγαλύτερος κίνδυνος, να κατασταλεί και να μετατραπεί σε ένα μουσειακό τεκταινόμενο βαυκαλισμού των συμμετεχόντων. Το πρόβλημα μου όμως με τα free – press δεν σταματάει εδώ. Το editorial του Γεωργελέ για τα επεισόδια ήταν εξίσου καλό, όσο και του Τσαγκαρουσιάνου. Ακόμα και το κείμενο του Λάλα (11/12) είχε ιδιαίτερα αξιόλογα σημεία, νομίζω με αποκορύφωμα τον επίκαιρο στίχο του Ελύτη. Το ότι ακόμα και ένας άνθρωπος σαν το Λάλα φοράει το επαναστατικό του προσωπείο είναι νομίζω αρκετό για να μας πει πολλά, αλλά ακόμα περισσότερα αποκαλύπτονται από το επόμενο τεύχος των τριών εφημερίδων. Στις 18/12, ο μηχανισμός των δωρεάν εντύπων πάνω στο οικοδόμημα της διαφήμισης απέδειξε περίτρανα την οπουρτινιστική, ρεβανσιστικής και εν γένει αντεπαναστατική του φύση. Όπως τουλάχιστον εγώ προσωπικά αντιλαμβάνομαι την λογική της επανάστασης. Κείμενα αιχμηρά, εν μέρει πιο αποστασιοποιημένα, ένα μεγαλύτερο focus στις προβληματικές περιοχές τις εξέγερσης. Ελάχιστες αναφορές στα κείμενα των καταλήψεων. Και βέβαια, πάνω απ’ όλα πολλές, μα πολλές διαφημίσεις. Κείμενα (μικρά) για τον ρόλο της τηλεόρασης και (τεράστιες) διαφημίσεις τηλεοπτικών καναλιών. Από την μία «μην τους ακούς σου λένε ψέμματα» και από την άλλη βάλε Nova. Ρεβανσισμός; Υπάρχουν και πολλές άλλες λέξεις, ακόμα πιο σκληρές, ακόμα πιο περιγραφικές. Αντίξοα θέματα. Ανάποδα θέματα. 1) Οι μπάτσοι βασανίζουν και πυροβολούν, 2) το δημοκρατικό οικοδόμημα της μεταπολίτευσης έχει καταρρεύσει 3) που θα κάνεις το καλό shopping και την πιο glamorous πρωτοχρονιά. Εμετίλα. Επαναλαμβάνω, μόλις μία εβδομάδα μετά. Και τώρα ετοιμάζεται το νέο ειδικό χριστουγεννιάτικο έντυπο με την πλήρη χαρτογράφηση της αγοράς (το faq το κυκλοφόρησε ήδη). Δεν ξέρω λοιπόν τι πρέπει να με ενοχλεί περισσότερο. Η Καθημερινή του Παπαχελά, του Γιανναρά και όλων των υπόλοιπων ελληνορθόδοξων Μακάρθυ ή οι και καλά προοδευτικοί μεταμοντέρνοι διανοούμενοι που ως εκ θαύματος ανακαλύπτουν την πολιτική κατάσταση της χώρας, που μόλις δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς θυμούνται να συμπαρασταθούν σε αμιγώς πολιτικές πράξεις, που αρειμανίως εξασκούν την πιο αυστηρή κριτική τους σε ένα υπό διαμόρφωση κίνημα την στιγμή που συμπεριφέρονται άκρως ελαστικότερα απέναντι στην κυρίαρχη τάξη; Όλα τώρα αρχίζουν, και ότι μπορεί να μας ευχαριστεί, να μας καλύπτει, να μας αρέσει, δεν μπορεί και δεν πρέπει επ΄ουδενί αβίαστα να συγκαταλέγεται στην λίστα των συμμάχων. Για ακόμη μία φορά εφάπτουμε το σημείο μηδέν και ο ταξικός πόλεμος δεν χωράει την παραμικρή υποχώρησή μας. Δεν υπάρχει πλέον ούτε χώρος, αλλά ούτε και χρόνος για δήθεν…

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

1 Comment

  • Reply January 22, 2009

    π.

    Πολύ καλό και εύστοχο άρθρο..

    Η αλήθεια είναι όμως ότι εκτός από τα όσα θίγεις και έχεις δίκιο σε γενικές γραμμές παραμένουν κάποια θολά σημεία, τα οποία κάνουν την κατάσταση να μην είναι ακριβώς άσπρη/μαύρη. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη επιλογής πλευράς και την μη-επιλογή/δισταγμό ουσιαστικά σαν επιλογή. Αλλά για κάποιο λόγο (μπορεί να έχω άδικο) πιστεύω ότι πρέπει να δωθεί ευκαιρία, πάτημα και ακόμα και σπρώξιμο σε ανθρώπους αξιόλογους (έρχεται στο μυαλό ο Νίκος Δήμου, μεταξύ άλλων) να λάβουν μέρος σε κάποιες δράσεις και να διαλέξουν το άσπρο τους και το μαύρο τους όχι εκβιαστικά και βεβιασμένα αλλά συνειδητοποιημένα και ουσιαστικά.

    Αν από την άλλη, αυτή η στάση ισχύει λόγω δειλίας, ρεβανσισμού, συμφερόντων, οπορτουνισμού ή βολέματος τότε είμαι 100% μαζί σου, απλά διατηρώ μια επιφύλαξη για κάποια άτομα και συμπεριφορές.

    Όσο για το συνολάκι
    “1) Οι μπάτσοι βασανίζουν και πυροβολούν, 2) το δημοκρατικό οικοδόμημα της μεταπολίτευσης έχει καταρρεύσει 3) που θα κάνεις το καλό shopping και την πιο glamorous πρωτοχρονιά”
    δεν μπορώ να συμφωνήσω περισσότερο, και απορώ με την υποκρισία και την ηλιθιότητα, η οποία στην προκειμένη είναι επικίνδυνη όπως λες ίσως περισσότερο από την γυμνή σαπίλα. Εμετίλα #2.

    Ελπίζω να ήταν σαφή τα παραπάνω και να μην παρεξηγηθούν, είναι και αργά..

Leave a Reply