Ημερολόγιο καραντίνας #1

Αυτή είναι μια (πρώτη) ιστορία καραντίνας. Σ’ ένα άδειο βαγόνι. Για την ακρίβεια είχε μόνο έναν κύριο. Ξεκίνησαν από Αθήνα στις 9. Ο Κ είχε πολύ δουλειά, ή έστω έτσι νόμιζε. Ο κύριος είπε ένα βαριεστημένο καλημέρα. Άσκοπο και κυρίως άτοπο, γιατί σχεδόν αμέσως μετά τον έλεγχο των εισιτηρίων κοιμήθηκε. Απ’ αυτή τη διαδρομή το μόνο που άξιζε ήταν η βροχή – κάπου κοντά στο λιανοκλάδι. Θόλωσε τα τζάμια του τρένου, καθάρισε τις σκέψεις του Κ, βάθυνε τον ύπνο του κυρίου. Κάπου πριν την Λάρισα ξύπνησε. Ήταν άλλωστε και ο τερματικός του σταθμός. Μετά την Κατερίνη άρχισαν τα τηλέφωνα. Να κάτι δύσκολο στο τρένο Αθήνας – Θεσσαλονίκης. Η επικοινωνία και δεν αναφέρομαι μόνο στο σήμα. – “Ακούσαμε ότι θα κάνει διάγγελμα και ότι λόγω του ιού θα κλείσει θα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Μάλλον τσάμπα ανέβηκες, δεν σε βλέπω να κάνεις μάθημα”.

Στο σταθμό του τρένου στη Θεσσαλονίκη απλώνεται ένα συρφετό από στερεότυπα. Γκραφίτι του Πάοκ, ανταπαντήσεις της “πόλης του Θεού”, ένα πάγκος με κουλούρια, locker rooms σαν αποδυτήρια ερασιτεχνικού σωματίου, παγκάκια χωρίς πλάτες, μετανάστες, πρεζάκια, ταξιτζήδες. Πριν βγεις στη θέα της αθέατης πόλης περνάς ανάμεσα από ένα Goodys και έναν Τερκενλή. Πως το έλεγε ο Παυλίδης στα 1990s; “Εδώ είναι ωραία μίστερ”. Ο ταξιζτής εκείνη τη μέρα λεγόταν Μπάμπης. Ούτε τυχαίο, ούτε λογοτεχνικό. Σχεδόν μοιραίο. “Καλά τώρα θέλουν να πιστέψουμε ότι υπάρχει ιός. Κολπάκια των Εβραίων. Μασόνοι και ξερώ ψωμί. Ποιος ξέρει πόσα φράγκα θα βγάλουν”. Μια εικονίτσα του Παΐσιου, ένα κοσμποσκοίνι. Όλη η γκάμα από βακτήρια στο ταμπλώ. Κάμελ άφιλτρο. Τρύπιο πουκάμισο. Έχει γνωστό στο Αχεπα. Τα ξέρει όλα. 5 ευρώ για μια κούρσα. Ο Καντ γαμεί τον Σπινόζα. Χρόνια τώρα.

“όσο οι άνθρωποι θα υποφέρουν, χωρίς να συνειδητοποιούν τα βάσανά τους, χωρίς να προσπαθούν να απαλλαγούν απ’ αυτά, χωρίς να επαναστατούν, θα ζουν όπως τα κτήνη που δέχονται την ζωή όπως την βρίσκουν” (Μαλατέστα, Προς μια ελεύθερη κοινωνία)

Στο Ξενοδοχείο μυρίζει αντισηπτικό. Στη ρεσεψιόν, ένας παλιός ροκάς, φοράει λευκά γάντια και γεμίζει ένα πλαστικό δίλιτρο δοχείο με κίτρινο υγρό. 70% οινόπνευμα. Απ’ αυτό που ακόμα δεν πίνεται. Το τηλέφωνο χτυπάει για ακυρώσεις. Του ξενοδοχείου το τηλέφωνο, γιατί του Κ χτυπάει για το μαντάτο του Πρωθυπουργικού διαγγέλματος: τα σχολεία κλείνουν. Μας βρήκε πανδημία. Στην τάξη, η ατμόσφαιρα μυρίζει κανονικότητα. Πρέπει να πείσεις τα παιδιά που γεννήθηκαν στο φόβο της κρίσης να μείνουν ψύχραιμα. Ο Κ δεν σταματάει να νιώθει αυτή την ευθύνη. Το βλέπει στο βλέμμα τους. “Όταν ήμουν 12 κύριε, ο πατέρας μου έχασε τη δουλειά του”. Ο Θείος μου έκλεισε το μαγαζί και ήρθαν να μείνουν σε μας. Που σε μας δηλαδή; Αλλάζαμε σπίτια ανά 5 μήνες. 2 ενοίκια και μετά γράφτα στο χιόνι, μέχρι να μας διώξουν και να βρούμε άλλο σπίτι και ξανά η ίδια ιστορία”. Κανονικότητα. 19ος αιώνας με tablet και τριγλυκερίδια.

Ακούς εκεί να μας λένε “μετά θα λογαριαστούμε”. Ψυθίρισε ο Π, φανατικός Φιλελεύθερος. Φυσικά πρώην κομμουνιστής. “Έχουν το θράσος να μας λένε ότι φταίει ο καπιταλισμός πάλι και αυτό δήθεν τέρας του νεοφιλελευθερισμού. Όλο μαλακίες ανακαλύπτουν. Πάλι καλά που άλλαξε η κυβέρνηση γιατί μ’ αυτούς θα είχαμε εκατώμβες. Άχρηστοι”. Η καραντίνα του είχε οξύνει το πνεύμα. Παρακολουθούσε ειδήσεις, διάβαζε βιβλία φίλων του που έπρεπε να παρουσιάσει, ετοίμαζε βαριεστημένα το μάθημα για την τηλεδιάσκεψη. Είχε ελεύθερο χρόνο και αποφάσισε να οργανώσει σε άλμπουμ φωτογραφίες του παρελθόντος. Άνοιξε τον φάκελο με τα φοιτητικά του χρόνια. Εμφανώς πιο αδύνατος, με μακριά μούσια και μαλλιά, πρωτοετής στη νομική, με φίλους που δεν μιλάνε πια. Δίπλα σε μια σημαία της Κούβας, στη Β’ Πανελλαδική, σε μπουάτ, νέοι, καπνίζοντες, οραματιστές, με το κόκκινο βιβλίο του Μάο, με μια εφημερίδα της Ιντιφάντα, με σημειώσεις πάνω στον Αλτουσέρ. “Δεν με αναγνωρίζω”. Ο χρόνος γράφεται με πόνο. Και η ψυχή ξεγλιστράει.

“Θέλω να μείνω σε τούτο το ποτάμι σκέφτηκε ο Σιντάρτα. Είναι το ίδιο που πέρασα κάποτε πηγαίνοντας στους ανθρώπους-παιδιά, ένας ευγενικός περαματάρης με είχε οδηγήσει τότε, σ’ εκείνον θα πάω, απ’ την καλύβα του ξεκινούσε ο δρόμος προς μια καινούργια ζωή, που τώρα γέρασε και πέθανε – ας ξεκινήσει από κει κι ο τωρινός μου δρόμος, η τωρινή καινούργια μου ζωή” (Χέρμαν Έσσε, Σιντάρτα)

Ο Σ έχει αρχίσει να τρέμει. Θα πεθάνουμε; Θα πεθάνω; Ο πατέρας μου έχει διαβήτη. Τι έιπαν στην ειδήσεις γι’ αυτό; Είναι στις ομάδες υψηλού κινδύνου; Μαμά, μην τον αφήσεις να βγει ποτέ απ’ το σπίτι. Ποια μαμά, τι λέω; Εσύ τον άφησες πριν χρόνια. Η δουλειά μου λέει κλείνει. Μας έστειλαν ένα mail, είχε κάτι νομικά ακατάληπτα, έλεγε και ένα “αναστολή συμβάσεων μέχρι το πέρας της παρούσας φάσης”. Μίλησα με το HR; Πότε θα πληρωθούμε, δεν κατάλαβα πάντως. Έκλεισε και το ΚΙΝΟ που έδινε σταθερά ένα κατοστάρικο στις 15 μέρες. Γαμώτο ρε Μ. Σου είπα με ενοχλούν οι φακές. Το θα κάνουμε εδώ μέσα κλεισμένοι; Θα μου πεις, μεχρί τώρα πως ζούσαμε. Εδώ μέσα κλεισμένοι.

Καθισμένη στην πολυθρόνα που αγόρασε από vintage επιπλάδικο στον Κεραμικό η Β απολαμβάνει τη συνέντευξη του Υπουργού. Κάποτε της είχε προτείνει μια δουλειά στο γραφείο τύπου του, όπως άλλωστε πάντα της προτείνουν δουλειές τέτοιοι τύποι. Δεν είχε δεχθεί γιατί η δουλειά της είχε μεγαλύτερο status. Είχε όμως συμφωνήσει να του τρέχει το twitter μαύρα. Και τώρα μετρώντας τα λόγια του εργοδότη της, τιτίβιζε τα σημερινά του αποστάγματα: “λέγεται ελεύθερη αγορά και όχι αισχροκέρδεια το ότι μια εταιρεία αντισηπτικών έχει προσαρμόσει τις τιμές της στα σημερινά δεδομένα”. Η Β συμφωνούσε. Απλή λογική. Προσφορά και ζήτησε. Το είχε μάθει σε μια αίθουσα της ΑΣΟΕΕ και όσοι το αγνοούσαν ήταν δικό τους πρόβλημα.

Χειμώνιασε
τι να κάνει άραγε
ο γείτονας μου
(Ματσούο Μπασό)

Ο Κ βγήκε στο μπαλκόνι. Είχε φυσήξει πολύ και φαινόταν η Αίγινα. Κάπνισε ένα τσιγάρο κοιτώντας στην κάμερα τον ύπνο του δωματίου Β. Είχαν περάσει κιόλας δύο βδομάδες. Κλεισμένοι στο σπίτι, ή στην αδιαφάνεια της ενδοσκόπησης, στην χίμαιρα του περιορισμού, ο χρόνος είναι πιο κρυστάλλινος και από τις σκέψεις. Θα περάσει. Θα ανακτήσουμε. Θα ανασυγκροτηθούμε. Κάτι καλό θα βγει, απ’ αυτή την ιστορία. Σκέφτηκε το καλοκαίρι. Στην 89, ή τη Λακωνία, στα βραχάκια στη Σίκινο, στον Άη Γιάννη στη Γαύδο, στη καβάτζα στη Δονούσα ή στην χωρίς κόσμο Αθήνα, θα περιμένουμε καρτερικά να ρθούμε κοντύτερα στον ήλιο, γιατί χωρίς ζέστη δεν μας χωράει ούτε ο πιο οικείος μας τόπος. Ξέρεις που έχει καλοκαίρι; Στα μάτια της Κ.

“ο ήλιος δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια του, αλλιώς θα τον βρουν οι Ερινύες που βοηθούν τη δικαιοσύνη” (Ηράκλειτος)

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.