Muerte

Κανείς δεν είναι σε θέση να αρνηθεί ότι ενίοτε φοβάται. Ότι ενίοτε τον σκέφτεται. Ότι δεν μπορεί απλά να μην σκέφτεται το τέλος. Ένα όποιο τέλος. Και αυτός ο κανείς είναι μερικές φορές κάτι συγκεκριμένο.

Γνώρισα τον Ε πριν από 15χρόνια. Δεν είναι πολλά, δεν είναι όμως και λίγα. Ο Ε αποφάσισε να φύγει αυτό το καλοκαίρι. Να “φύγει”. Μια έκφραση που ενίοτε μπορεί και να σημαίνει σωτηρία. Ήταν από αυτούς που μιλάνε με τα μάτια. Αυτή ήταν η δική του μιλιά. Ένα βλέμμα γεμάτο, δυό μάτια ζωηρά και ένα κουβάρι από λέξεις να τρέχει από πίσω. Λέξεις που μπορούσες εύκολα να διαβάσεις και δύσκολα να αποστηθήσεις. Ο Ε είχε κάθε φορά ένα δικό του καινούργιο λεξιλόγιο.
Μια ανιδιοτελή αγάπη. Ενός πλάσματος που ένιωθε κατώτερο. Εξαρτημένο. Υποτελές και πιστό. Θα τον θυμάμαι για πάντα να με κοιτάει. Περιμένωντας το πιο μικρό ή και το πιο μεγάλο.
Ε: -φίλε εγώ κάτι έχω. Κάτι που δεν μπορώ να νικήσω. Μα σ’ αγαπώ όπως και να χει. Φίλε θα μου λείψεις, όπως φαντάζομαι ή ελπίζω και εγώ. Φίλε σ’ αγαπώ μα δεν μπορώ άλλο. Δεν θέλω. Άσε με εδώ που μυρίζει όπως όλοι εσείς. Άσε με εδώ που έγινε σπίτι μου.
Αυτό ήταν το τελευταίο του βλέμμα. Γεμάτο. Απόγνωση, αγάπη, συμπόνια. Γεμάτο αναμνήσεις. Γεμάτο ταξίδια για το ταξίδι. Χώμα, γκασμάς, δάκρυα. Ζώντες απαρηγόρητοι, για ένα παρελθόν τόσο οικείο. Μια ταφή εσωτερική. Για κάτι που ίσως και να μας ανήκει.
Η Σ ήταν από αυτές τις γυναίκες τις χαρούμενες. Η Σ δεν μπορούσε να καταλάβει την ήττα ή τον πόνο, ή τον λυτρωμό. Κάθε φορά που την άγγιζε ρέμβαζε για ώρες στην δική της παιδική χαρά. Ξύπναγε αργά, νωχελικά. Μηχανικά εκτελούσε πράγματα που δεν την αφορούσαν, ή πράγματα στα οποία έβρισκε μια κοινωνική ευχαρίστηση. Η κοινωνικότητα ήταν άλλωστε και το απόκρυφο ταλέντο της. Αυτό που δεν κυνήγησε ποτέ γιατί η ζωή της είχε άλλα σχέδια. Κουβαλούσε το φορτίο του δικού της πένθους. Αυτού που καθημερινά την καλούσε να ανταμώσει.
Σ: -Να σας φτιάξω κάτι να φάτε. Να παραγγήλουμε κάτι. Ναι, να παραγγήλουμε, να γλεντήσουμε. Να χορέψουμε, να ανταμώσουμε ξανά. Ναι να γελάτε για πάντα.
Πρόλαβε να αρρωστήσει μόνο για ένα χρόνο. Ή και κάτι λιγότερο. Οι γιατροί θα θυμούνται ημερομηνίες η ίδια θυμόταν μόνο τα καλά. Είμαι απόλυτα σίγουρος για αυτό. Την Κρήτη, την Ραφήνα. Τον Χ να την κοιτάει με αγάπη. Τον Σ να στέκει πλάι της, την Μ να την προσπερνάει από αγάπη. Την Λ και τον Ν να ευτυχούν λοξοκοιτάζωντάς την να υφαίνει την περηφάνεια της. Δεν θα μπορούσε να αφήσει το χρόνο να της πάρει το χαμόγελο. Από έναν άνθρωπο που φοβάται. Από έναν άνθρωπο που ακροβατεί. Από έναν άνθρωπο που ψάχνει κάτι παλιό. Που καταλύει τις συμβάσεις. Που τελικά είναι σύμβαση. Ένα χαμόγελο ορατό αλλά πολλές φορές γυάλινο.
Σ: -Είναι όλα τυχερά να το ξέρεις. Σας αγαπώ αλλά δεν μπορώ να είμαι άλλο έτσι. Εγώ η γυναίκα με την μεγάλη καρδιά ήμουν απλά άτυχη. Σας αφήνω αλλά θα είμαι πάντα εδώ για εσάς.
Και θα είναι. Για όποιον απλά την σκεφτεί. Για όποιον απλά την γυρέψει. Απείκω για μια αγάπη χωρίς ανταλλάγματα. Δεν αξιώθηκα να την ξαναδώ. Όπως την θυμώμουν, όπως με αγάπησε και με δέχτηκε, όπως εν τέλει με απώθησε για να σώσει κάτι δικό της. Δεν την αδικώ είχε δίκιο. Από αυτά τα δίκια που κατανέμονται έτσι ώστε να καλύπτουν επαρκώς κάθε θιγόμενο κομμάτι. Όμως δεν τη ξαναείδα. Έμεινα σταθερός στα συντηρητικά στεγανά μιας κοινωνίας που λοιδωρεί το παρελθόν της μπας και εξευγενίσει το μέλλον της.
Μου είπαν ότι muerte σημαίνει θάνατος. Και έμαθα ότι suerte σημαίνει τύχη. Γίνεται τόσο θέμα για ένα σύμφωνο. Ή μήπως η διαφορά είναι πραγματικά τόσο λεπτή. Ή μήπως μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και σύζευξη. Μαζί με τους ανθρώπους πεθαίνουν και άλλα πολλά. Το ίδιο χώμα σκεπάζει φιλίες, έχθρες, έρωτες, τετριμμένα, κόντρες, πάθη. Όλα αυτά που μας τρώνε. Όλα αυτά που μας φτιάχνουν. Όλα αυτά που μας κάνουν να έχουμε αγωνία να μην έρθει το τέλος. Όλα αυτά που σημαίνουν και τέλος.
Θυμήθηκα την φορά που μου μίλησες για τον Α. Σε ένιωσα και πόνεσα στον πόνο σου. Θυμήθηκα την φορά που έκλαψα από χαρά. Θυμήθηκα τον Ε, την Σ, τον Γ και ότι άλλο έχω θάψει. Εντός μου εκτός μου. Μα δεν θα ξεχάσω για να ξαναθυμηθώ. Και να φανταστείς ότι ακόμα δεν είμαι σε θέση να μιλήσω για την Ε. Ίσως γιατί εκείνη με έμαθε τι θα πει να μην φοβάσαι.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment