...

    Stalker

    Έβαλα να δω τον Stalker του Ταρκόφσκι. Ξανά; Ναι, ξανά. Η δυστοπία δεν συνηθίζεται, μονάχα συμφιλιώνεσαι με τα χνώτα της. Εξημερώνεις το απόκοσμο όταν τα απόνερά του δεν σε τρομάζουν. H «ζώνη» που εκπληρώνει όλες τις επιθυμίες του ανθρώπου είναι απαγορευμένη, από τον ίδιο τον άνθρωπο. Που θέλει να κρατήσεις τις αλυσίδες του, τις άμυνές του, τις προδιαγραφές που θέλουν το κάρμα του τσουβάλι του συρμού. Επιστροφή, συχνότητα, υπακοή και συνέπεια. Η λέξη συμμόρφωση με τρομοκρατεί.

    Θυμήθηκα τότε που περπάταγα μόνος μου δίπλα σε μια ανταριασμένη χειμωνιάτικη θάλασσα και ο αέρας έφερνε την αλμύρα στο μέτωπό μου. Ο Κ σκουπίζει τα δάκρυά του. Ξέρεις το να περπατάς μόνος σου είναι μια καλή ιδέα· αν θες να σκεφτείς, αν θες να χαθείς στον βηματισμό και να μην σκέφτεσαι τίποτα· αν θες να παρατηρήσεις τους ανθρώπους. Κάνεις πως τάχα μου περπατάς ανάμεσά τους όμως εσύ έχεις ανοιχτές τις κεραίες σου και ψάχνεις για εκείνες τις χαραμάδες στα πρόσωπα που υποδηλώνουν συναισθήματα. Η λύπη είναι ρυτίδες, τα ψεύτικα χαμόγελα ακόμα πιο μεγάλη λύπη. Τα σκυθρωπά βλέμματα είναι στεναχώρια. Τα μάτια που συναντιούνται είναι έρωτας. Ο έρωτας; Η πιο σίγουρη διαδρομή στη λύπη. 

    «Στο μπαλκόνι έχουμε μια ελληνική σημαία αλλά δεν ξέρω γιατί την έχουμε;» Η κοινοτοπία του κακού, εδράζεται περισσότερο στην κοινοτοπία, παρά στο κακό καθ’ εαυτό. Το κακό ανέκαθεν σχετικοποιούταν ως περιεχόμενο, όμως το πραγματικό πρόβλημα είναι η συνήθειά του. Η ζωή ανάμεσα σε αόρατες σημειολογίες για τις οποίες δεν υπάρχουν απαντήσεις είναι η απόλυτη ένδειξη μιας κενής ζωής. Το μήλο έπεσε στο κεφάλι του Νεύτωνα, αλλά η βαρύτητα ανακαλύφθηκε γιατί εκείνος αναρωτήθηκε «γιατί;». Θα μπορούσε να γυρίσει πλευρά και να πει την επόμενη μέρα στην βαρετή σύντροφό του «χθες μου έπεσε ένα μήλο στο κεφάλι» και εκείνη να απαντήσει «πόνεσες αγάπη μου;», «ήταν Στάρκιν;» ή ακόμα πιο ειλικρινά και αδιάφορα «μου δίνεις λίγο σε παρακαλώ το βούτυρο γιατί δεν το φτάνω».

    Δεν είχε καθόλου κρύο, παρότι ήταν Γενάρης. Κάτι παθαίνει η φύση στις απαρχές του χειμώνα και θέλει να μας πει με τρόπο πως το καλοκαίρι θα ξανάρθει, διαμεσολαβημένο από τον δικό της ανοιξιάτικο οργασμό που φέρνει τη γέννα, την εγγύτητα με τη λάβα της ύπαρξης, τον ήλιο. Εκείνο τον Γενάρη κοιτάξαμε τη θάλασσα από το κάστρο της Μήθυμνας. Περπατήσαμε στα στενά στην Αγιάσο. Σου έλειπε ο κόσμος που καλοκαιριού, όμως το σκηνικό είχε την οικειότητα του παγωμένου χρόνου. «Είμαι εδώ» έλεγες. Βάλαμε τα πόδια μας στο νερό στο Σίγρι και βουτήξαμε για τα καλά στα Βατερά -με τα ρούχα μας να κρέμονται από τις σέλες των ποδηλάτων- και τον ήλιο να μας λέει ψέμματα ότι τάχα μου θα μας ζεστάνει μετά. Βρήκα μια ζεστασιά στα υγρά σου μάτια, στις παγωμένες σου πατούσες που έτριβες ανάμεσα στις γάμπες μου, στον μακρύ σου λαιμό που μου ψιθύρισε τα μυστικά σου, στα τσακισμένα σεντόνια, στα ατέλειωτα τσιγάρα, στις λέξεις που έβγαιναν απ’ το στόμα σου σαν αποδημητικά πουλιά που ψάχνουν το αιώνιο φως. Στη στιγμή που με άφησες να ανέβω σε εκείνο το πλοίο με προορισμό τη λήθη.

    Η Α είναι χαρούμενη. Το τεστ αντισωμάτων της δείχνει ότι πέρασε τον ιό, μάλλον ασυμπτωματικά. Ακόμα και η ίδια αναρωτήθηκε. «Τώρα αυτό συμβαίνει ή το σκέφτομαι για να πείσω τον εαυτό μου». Απάντηση δεν πήρε, μόνο λίγο ακόμα χρόνο πριν αναγκαστεί να κάνει ένα εμβόλιο που θεωρεί αχρείαστο και πειραματικό, παρά τα δισεκατομμύρια των ήδη εμβολιασμένων. Κυκλοφορεί στο κέντρο, εργάζεται σε αυτό, δεν διστάζει να κατεβάζει τη μάσκα, δεν φοβάται πια τον ιό. Αντίθετα, αισθάνεται λύπη για όσους φοβούνται. «Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του, δεν μπορεί να προκαλέσει φόβο» είχε πει κάποτε ο δάσκαλος Νίτσε. Και ίσως η Α να φοβάται τόσο πολύ τον μυωπικό ναρκισσισμό της που να της είναι αδύνατο να λειτουργήσει με συμπόνια. Άλλωστε, οι πρώτοι που κλείνουν εύκολα τα μάτια τους το βράδυ είναι οι χωρίς επίγνωση δολοφόνοι.

    Δεν πάνε και πολλά χρόνια από τότε που με το τέλος του υπαρκτού (ο θεός να τον κάνει) σοσιαλισμού ο δυτικός κόσμος είχε αποφασίσει πως όλα τελείωσαν. Ήρθε το «τέλος της ιστορίας» του FF να θέσει ως ντετερμινιστικό θέσφατο (αυτό δεν ήταν το έγκλημα του μαρξισμού;) πως η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι ο μόνος δρόμος. Λίγα χρόνια μετά, επειδή ο κόσμος είχε μάθει να ζει με «κακούς», έπρεπε να βιώσουμε τη νέα επινοημένη διαίρεση, Δύση εναντίον Ισλάμ, σύμφωνα με την περίφημη σύγκρουση πολιτισμών του SH. Όλες αυτές οι πολυτελείς από άποψη χρόνου μπουρδολογίες, λύνονται ως μάγια πρόχειρα, ως βασκανίες ηλιθίων, όταν η ζωή τραβάει την ανηφόρα της καθημερινότητας. Σ’ ένα εργοστάσιο, σε μια γραμμή παραγωγής, σε μια μεταμοντέρνα φυλακή στο Canary Wharf, σε μια διαφημιστική που έχουν ανά 15 λεπτά σύσκεψη και γράφουν μεταξύ τους email στα αγγλικά (έτσι χωρίς λόγο), σε ένα φορτηγό, σε μια νταλίκα παράνομη, σε ένα καμαρίνι που κουρδίζουν μπουζούκια για το επαρχιακό σκυλάδικο, σε ένα καρνάγιο, σ’ ένα βαπόρι. Ο κόσμος δεν εξηγείται στα δοκίμια, αλλά στην ποίηση.   

    Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
    Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
    Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
    κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

    Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
    τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
    Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
    Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

    Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
    Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
    Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
    Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

    Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
    Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
    Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
    Ο πιο στερνός μ’ έναν αυλό με νανουρίζει.

    «Η υγεία είναι πάνω από την οικονομία» δήλωσε με στόμφο υπουργός νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή που μεταξύ άλλων ασχολείται και με την πανδημία. Μετά τις 5λεπτες διαφημίσεις και telemarketing από αντι-κολλητικά τηγάνια ακολούθησαν ειδήσεις για τους διεθνείς χρηματιστηριακούς δείκτες, αφιέρωμα στα κρυπτονομίσματα, συνδικαλιστές και πρόεδροι εμπορικών και καταναλωτικών συλλόγων, απευθείας συνδέσεις με ρεπόρτερ που καλύπτουν τι συμβαίνει στους εμπορικούς δρόμους, σε αυτή την ερευνητική διάσταση του μικρόφωνο συν μέικ απ.

    Η Ι κρατάει το χέρι του παππού της, στην τελευταία τους διαδρομή προς το γιατρό, που εν τέλει είναι και η τελευταία τους κοινή διαδρομή προς οπουδήποτε. Ο γιατρός τους τα λέει ωμά, ο παππούς χειροτερεύει, σε δύο μέρες μπαίνει σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου κατασκευασμένου επί βαλκανικών πολέμων και ανακαινισμένου επί Χούντας. Άλλες δύο μέρες μετά χάνει την επαφή με τον κόσμο, βυθίζεται σε κώμα που όμως δεν είναι τόσο βαθύ όσο θα ήθελε και δυστυχώς ακούει τη γυναίκα του που καθημερινά τον έβριζε να μοιρολογάει, 2-3 γελοίες ξαδέρφες του να χτυπιούνται ενώ κατά βάση μνησίκακα χαίρονται και επικεντρώνονται στην κληρονομιά, κάτι ανίψια που δεν έχουν και τα ίδια καταλάβει γιατί ήρθαν στο νοσοκομείο και τις κακοπληρωμένες και αδιάφορες νοσηλεύτριες να κουτσομπολεύουν τα ερωτικά τους, δηλαδή τις συναισθηματικά ανάπηρες περιπτύξεις του Tinder. Όσο αδιάφορα μπαίνει μια ένεση στο σώμα ενός ετοιμοθάνατου, άλλο τόσο «ανάγκη» έχει γίνει η ένωση που μας δίνει πνοή. Εν τέλει ποιος πλένει τα σεντόνια της μιας νύχτας από ανάγκη;  

    Είδα ένα στόρι σου μια μέρα -ξημερώματα ήταν αν θυμάμαι καλά- και στην αρχή πήρα μια χαρά που σε είδα. Είχες μια γκριμάτσα ευτυχίας, πίσω από το πλαστικό τζαμάκι του κράνους σου, ενώ οδηγούσες το σκουτεράκι σου που για κάποιο λόγο το λες μηχανή. Ο δρόμος ήταν βροχερός, ο συνεπιβάτης σου τραγούδαγε μαζί σου ένα τραγούδι -μάλλον βαρετό και αδιάφορο αν το ακούσεις στην πρώτη εκτέλεση, όχι ότι κατάλαβα ποιο ήταν- και η συνολική αίσθηση ήταν «ναι περνάω καλά μαλάκα μου, ζω επικίνδυνα και συ να πας να γαμηθείς που πλέον με έχεις ξεχάσει». Στις ρωγμές μέσα πάντα σταλάζει νερό. Σε σκέφτηκα να με κράζεις στην αδερφή σου και στις φίλες σου, να προσπαθείς να χτίσεις μια ισχυρή απομυθοποίηση, να ξεμακρύνεις από «μας», από μένα μέσα σου, ως όνειρο, ως φαντασίωση, ως στιγμή, ως λύτρωση και ως φυλακή. Μετά σκέφτηκα πως ο καιρός θα περάσει και κανείς μας δεν θα μπορεί να κάνει επαρκώς πως δεν νοιάστηκε, πως δεν πόνεσε, πως η ζωή μας αφήνει αδιάφορους και περαστικούς απέναντι στο μόνο ζωντανό πραγματάκι πάνω μας, την καρδιά μας που γεμίζει αόρατα ζουμιά απ’ αυτά που δεν πιάνουν οι εξετάσεις των γιατρών και οι γνωματεύσεις των συγγενών και φίλων. Αλλά, βασικά, σε σκέφτηκα να τρως ένα σάντουιτς για να ξορκίσεις το λίγο παραπάνω ξυδάκι, με θέα σε μια θάλασσα, να φοράς μαύρο παλτό (μπουφάν φόραγες το ξέρω) και κόκκινα μυτερά γυαλιά ηλίου και να με σκεφτόσουν και να ήξερες ότι αν και δεν θα σου έστελνα τίποτα σε σκέφτηκα και γω. Αν ποτέ αυτά τα ζουμιά της καρδιάς στεγνώσουν είναι γιατί υπάρχει το εγώ που θεριεύει σαν τέρας και «σκουπίζει» οτιδήποτε μπορεί να μας κάνει να ζούμε. Τρία χρόνια μετά, σε κοινό γάμο με βλάκες καλεσμένους και κόκες με 80% ντεπόν μου είπες «που χάθηκες ρε ψυχή;». «Ξέρω γω;» Στο εγώ μας.    

    «Στις δημοσκοπήσεις ο πρωθυπουργός βαστάει γερά. Αν το καλοσκεφτείς δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή εναλλακτική στη χώρα». Χαμένος κάπου ανάμεσα σε καλοπέραση και ευθύνη, ο Π αισθάνεται περήφανος για τις πολιτικές του απόψεις. «Ζούμε σε μια χώρα ηλιθίων και κρετίνων καλά κάνει η κυβέρνηση και ταΐζει τα μέσα, καλά κάνει και παρανομεί καθημερινά, καλά κάνει και έχουμε κατρακυλήσει στους δείκτες δημοκρατίας». Το να δικαιολογείς την πρότερη πολιτική σου επιλογή είναι πλέον στασίδι, στη μονολιθικότητα της σκέψης. Το αλάθητο έχει εκπέσει από προνόμια της εξουσίας σε κανονικότητα των πολλών, εκείνων που δεν επιδέχονται αναθεωρητισμούς ή δεύτερες σκέψεις στη σχεδόν μεταφυσική μετριότητα που τους διαφεντεύει.

    -Να σου πω κάτι; Εγώ σ’ αγαπώ και σου δίνω τα πάντα και συ θες να είσαι ελεύθερος και δεν κάνεις τίποτα για να πάμε τη σχέση μας στο επόμενο επίπεδο.
    – Σαν τι θες να κάνω;
    – Ξέρω γω; Να βρεις μια δουλειά, να συγκατοικήσουμε; Να μου πεις ότι έχεις σχέδια για μας;
    – Μα δεν έχω καν σχέδια για τον εαυτό μου.
    Το κενό εδώ υπήρξε μεγάλο. Η Σ πήρε τις αποστάσεις της. Γνώρισε έναν πιο σοβαρό κύριο, 45αρη περίπου, διευθυντή, με πολυτελές αυτοκίνητο και δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Ο Ξ γύρισε στις ανασκοπήσεις του μεταπτυχιακού του στην πυρηνική φυσική και στην χέβι μέταλ μπάντα του. Εκεί γνώρισε την Λ -στην ίδια φάση με αυτόν- σαν τα στερεότυπα που σμίγουν αλλά εν τέλει το σύμπαν δεν συγκινείται και πολύ. Περάσαν σχεδόν 2 χρόνια, αδιάφορα χρόνια μάλλον τα λες και εν τέλει η Σ και ο Ξ έσμιξαν ξανά. «Ήταν λάθος αυτό που έγινε, δεν έπρεπε να ξαναβρεθούμε, αυτή η κατάσταση δεν βγάζει πουθενά» είπε η Σ, για να της απαντήσει ο Ξ -παραμένοντας πιστά μποέμ- «ε τότε εντάξει αν δεν θες δεν ξαναβρισκόμαστε». Η Σ φυσικά και θύμωσε και παρά τα πολλά χρόνια ψυχανάλυσης σε μια διάσημη θεραπεύτρια διασήμων ακόμα δεν είχε καταλάβει γιατί ο θυμός λειτουργούσε ως βάση για τους έρωτές της ή έστω τα κολλήματά της. Ξαναβρέθηκαν· είπαν και ωραία λόγια. Μέχρι και ο Ξ προσπάθησε να μιλήσει. Όταν μετά από λίγο καιρό η Σ πάλι του έθεσε θέμα οδικού χάρτη, ο Ξ σκέφτηκε ότι περνάει καλά και ίσως -ναι ίσως- να είχε ένα δίκιο η Σ. Να έπρεπε να μεγαλώσει. Έκλεισε σ’ ένα ακριβό εστιατόριο με θέα την Ακρόπολη που εκείνη αγαπούσε πολύ. Φόρεσε ένα ζευγάρι δερμάτινα παπούτσια αντί για all star και μια μπλούζα με μια τεράστια στάμπα που η Σ του είχε πει ότι είναι εξαιρετική εταιρεία. Το βασικό όμως είναι ότι αγόρασε ένα δαχτυλίδι -η πιο τυχερή μέρα του κοσμηματοπώλη που κατάλαβε πόσο χάπατο είναι ο Ξ και του πούλησε ένα δαχτυλίδι μόνο 200% πάνω από την κανονική του αξία- και μαζί με αυτό θέλησε να της γράψει ένα μπιγετάκι, για να πάει την ιστορία του πραγματικά πιο κάτω. Το να γράψει βέβαια αποδείχθηκε το δυσκολότερο απ’ όλα. 3 αράδες όλες και όλες, όμως για κάποιο λόγο ο Ξ ήταν ευχαριστημένος όταν της ξαναδιάβασε. Η Σ, συγκινήθηκε -παρότι ξενέρωσε με το δαχτυλίδι και σκέφτηκε ότι η σανέλ εσάρπα της είναι ακριβότερη- και άνοιξε το μπιγετάκι. «Κοίτα, δεν ξέρω πως ακριβώς πάνε οι σχέσεις παρακάτω, ξέρω ότι όσο δεν είμαστε μαζί σκέφτομαι το μουνάκι σου και είμαι χαρούμενος». Ο Ξ πλήρωσε τον λογαριασμό. Η Σ λίγο έκλαιγε που ερωτεύτηκε τον μαλάκα, αλλά 10 χρόνια μετά η ζωή μαζί του δεν ήταν και τόσο χάλια.

    -Θες να πάμε μια εκδρομή;
    Ωραία ερώτηση μόλις έχει τελειώσει το σεξάκι και στρίβουμε το πρώτο τσιγάρο, ανάμεσα σε ιδρώτες και σπερματοζωάρια.
    -Δηλαδή, έχεις βρει στη ζωή σου ανθρώπους που σε τέτοιο timing σου λένε όχι σε ότι και αν ρωτήσεις;
    -Ναι αμέ.
    -Σίγουρα, δεν είμαι εγώ τέτοιος, πάμε όπου θες. Βασικά που θες να πάμε;
    -Α όχι, εσύ θα διαλέξεις, εσύ που νιώθεις ότι σε εκβιάζω.
    – Πάμε στη θάλασσα. Πάμε όπου έχει θάλασσα. Εκεί δεν με εκβιάζει κανείς. Μόνο η ίδια η θάλασσα.  

    ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

    ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

    ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ