Το ποδόσφαιρο των ηρώων του δρόμου: 1994

Δεν ξέρω γιατί, αλλά στα δικά μου μάτια ακόμα φαντάζει σαν μια ένδειξη ευτυχίας. Ανεμελιάς και παιδικότητας, με μεγάλες δόσεις νοσταλγίας για κάτι που έχει ακόμα ασφάλεια. Με γεμάτα φίλους πρωινά. Με προσμονή για τον επόμενο αγώνα. Τον αληθινό αγώνα ή και την ρέπλικα που πάντα στήναμε στο γήπεδο της γειτονιά. Στον δρόμο που μεγαλώσαμε. Τα καλοκαίρια που είχε Euro ή ακόμα καλύτερα Παγκόσμιο κύπελλο. Το λέγαμε Μουντιάλ, σαν ισπανόφωνοι από κούνια. Στην Αθήνα των 1990s είναι τα πρώτα Μουντιάλ που θυμάμαι, τα πρώτα που έζησα και ίσως τα μόνο που έζησα τόσο πολύ. Αμυδρές εικόνες από εκείνο της Ιταλίας του 1990, με δώρο του πατέρα μου μια ομάδα subbuteo της Αργεντινής. Ορκιζόμουν ότι ο Μαραντόνα ήταν ένα διαφορετικό αγαλματάκι από τους άλλους παίκτες και σε ένα κάπως πιο ξανθό είχα αναγνωρίσει για τα καλά τον Κλαούντο Κανίγια. Μετά, γύρναγα τα μαγαζιά μπας και έβρισκα το σπάνιο Καμερούν και τα διχτάκια των τερμάτων στα χρώματα της Ιταλικής σημαίας. Πριν λίγα χρόνια καθάρισα το πατάρι μου και τα βρήκα. Τα κοίταγα καλά καλά και στην ερώτηση τι είναι αυτό που κοιτάς; Απάντησα με φυσικότητα: τίποτα. Που να σου εξηγώ τώρα;  

Το αμερικανικό 1994 είχε άλλη δυναμική. Είχα(με) μεγαλώσει. Ο παππούς μου άνοιγε κάθε πρωί το γκαράζ – δηλαδή το «τέρμα» μας στο Rose Ball της Άνω Νέας Σμύρνης. Έντονη δυσφορία αν υπήρχε έστω και ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο στο δρόμο με μια διαβάθμιση της θέσης του να σήμαινε ακόμα και ότι θα έπρεπε να βρούμε άλλο «τέρμα», σε έναν άλλο δρόμο της γειτονιάς. Είναι άλλο να έχει αμάξι στο «δεξί κόρνερ» και άλλο στην «μεγάλη περιοχή». Κάποια αμάξια τα αναγνωρίζαμε: Του κυρίου Γιάννη με τα ξινά μούτρα, της Ηλέκτρας που έχει το ψιλικατζίδικο, του κυρίου Τάκη που είναι μπαμπάς εκείνου του «άμπαλου» που μένει στο τέρμα. Ή κάποιου από τους δικούς μας μπαμπάδες που μας έκανε να ντραπούμε, ή να θυμώσουμε και γρήγορα χτυπάγαμε κουδούνια για να κατέβει ο εγκληματίας και να ξεπαρκάρει: «Καλά δεν το ήξερες ότι κάθε μέρα παίζουμε. Σε περιμένουμε να πάρεις το αμάξι. Αμάν πια»!

Η γιαγιά εμφανιζόταν με λουκουμάδες. Σχεδόν κάθε μέρα. Αν και η Αθήνα τον 1990s ζούσε την μόδα των φούρνων και των ανθυγιεινών πρωϊνών. Ζαμπονοτυρόπιτα, μίλκο, κρουασάν με μερέντα. Όλα τους ικανά να σε κάνουν να κλοτσήσεις την μπάλα πιο νευρικά στην κορύφωση της διασταύρωσης λίπους με ζάχαρη και μετά από μια ώρα παιχνίδι να είσαι κάθιδρος και ταλαίπωρος. Πάντως τρώγαμε καλά. Και τότε είναι που συζητούσαμε για το βραδινό παιχνίδι. Το γκολ του Ρομάριο, η ντρίμπλα του Μπάτζιο, οι τεσσάρες της «γεια σου Ελλάδα» που μας είχε πικράνει πολύ, τα ναρκωτικά που πιάσανε στο αίμα του Μαραντόνα (εφεδρίνη ήταν, αλλά στα μάτια του εφήβου είναι πάντα ναρκωτικά). Και στην συνέχεια το αναβιώναμε ή το καλύτερό μας το «δείχναμε» παραστατικά σε όποιον δεν το είχε δει ζωντανά. Φανταστικός αυτός ο φίλος που δεν ήξερε και δεν είχε δει. Τις περισσότερες φορές είτε ήταν κάποιος που δεν του άρεσε το ποδόσφαιρο, ή κάποιος άλλος που τον είχαν πάρει οι γονείς του μαζί σε κάποια επίσκεψη και έβριζε σαν διάολος. Βασικά όμως ήταν ο πλέον απαραίτητος ρόλος για να στήσει ο υπόλοιπος θίασος την αναπαράσταση του γκολ. Αυτής της οργασμικής κορύφωσης που όριζε τα πάντα. Ακόμα και αν δεν υπήρχε αυτός ο ρόλος τον εφευρίσκαμε. «Δεν το είδα και πολύ καλά. Δεν πρόλαβα το ριπλέι». Ή πολλές φορές για να διορθώσουμε ένα λάθος. «Όχι ρε δεν το θυμάσαι καλά από δεξιά τον πέρασε και σούταρε με το αριστερό όχι με το δεξί. Να έτσι».

Φυσικά πιο πολύ από κάθε άλλη αναπαράσταση μας άρεσε να το δείχνουμε στα κορίτσια. Γιατί ναι μετά από λίγα πέρα δώθε και κλεφτές ματιές τα κορίτσια ερχόντουσαν και κάθονταν για να μας δουν να παίζουμε. Με τα φουστανάκια τους και τα μπλουζάκια τους και όλη αυτή την αναστάτωση που φέρνουν και έχεις άγχος και πρέπει να αρχίζεις να παίζεις καλά και να βάλεις γκολ και να κοιτάξεις μετά αυτή που σου αρέσει. Που μπορεί να ήταν άλλη κάθε μέρα, όπως δηλαδή συμβαίνει και τώρα, μόνο που τότε δεν σε ένοιαζε και πολύ. Θυμάμαι την Μαρία που έτρωγε παγωτό και πάντα καθόταν σε κάτι σκαλάκια δίπλα στο τέρμα με κίνδυνο να την χτυπήσει η μπάλα σε κάποιο σουτ και πάντα της λέγαμε να πάει πιο πέρα αλλά ποτέ δεν πήγαινε γιατί στα αλήθεια ήθελε να την χτυπήσει η μπάλα και να ασχοληθεί κάποιος από εμάς μαζί της. Βασικά όλοι. Αυτό είναι που τότε δεν καταλαβαίναμε με την Μαρία. Της άρεσε κάτι σε όλους μας.

Και μετά η Δανάη που πάντα έφερνε και μια φίλη της από το σχολείο της που ήταν κάπου στου διαόλου την μάνα. Και εμείς δεν ξέραμε καμία από τις φίλες της αλλά μας άρεσε πολύ όλο αυτό. Μια μέρα τόλμησε και έφερε μια φίλη της πιο όμορφη από εκείνην και πέσαμε όλοι μας πάνω της όπως οι κέφαλοι στα λιμάνια πέφτουν στο ψωμί. Αν θυμάμαι καλά την λέγανε Νατάσα. Αλλά δεν έχει σημασία γιατί ήταν πολύ όμορφη και είχε φακίδες και κόκκινα μάγουλα και πολύ μεγάλα βυζιά. Φυσικά, η Νατάσα δεν ξανάρθε ποτέ εκείνο το καλοκαίρι. Κι αν ήρθε το επόμενο εγώ προσωπικά δεν την θυμάμαι, όπως και κανένας άλλος από την υπόλοιπη ανδροπαρέα γιατί θυμάμαι την ψάχναμε, την αναπολούσαμε και συχνά πυκνά αναρωτιόμασταν τι θα κάνει. Σήμερα, μπορεί να έχει τελειώσει κάποια σχολή και να δουλεύει σε καμιά εταιρεία. Να έχει κάνει παιδιά και να έχει παντρευτεί κάνα μπάτσο. Και να μην μας θυμάται καθόλου. Τους θαυμαστές της εφηβείας της από μια άλλη γειτονιά, που τους είχε ταΐσει νάζι και σκέρτσο για πολύ λίγο και τους έκανε να την κρατήσουν στο μυαλό τους ακριβώς για αυτό το λίγο. Γιατί η μαγεία του κάθε ανεκπλήρωτου έχει μια άλλη δυναμική.

Η Γωγώ ήταν της γειτονιάς. Φόραγε κάτι κολάν φωσφοριζέ και προσπαθούσε να μας κάνει να την προσέξουμε συνέχεια. Μέχρι που μια μέρα τόλμησε να μπει στο “γήπεδο” να πιάσει την μπάλα με τα χέρια και να φωνάξει «λοιπόν τέλος η μπάλα, τώρα θα παίξουμε όλοι μαζί μήλα». Δεν πρόλαβα να δω ποιος της πήρε την μπάλα, αλλά θυμάμαι ότι όλοι μαζί την βρίσαμε πολύ. Γενικά βρίζαμε πολύ. Από μουντιάλ σε μουντιάλ όλο και πιο πολύ. Και όταν ήταν και τα κορίτσια εκεί βρίζαμε πιο πολύ και φτύναμε και κάναμε χυδαία σχόλια που δεν καταλαβαίναμε γιατί τα κάναμε, αλλά νιώθαμε καμπόσοι. Μερικοί από εμάς ακόμα νομίζουμε ότι αυτά αρέσουν στα κορίτσια. Και ας μην παίζουμε μπάλα στην γειτονιά. Πάντως η Γωγώ μας εκδικήθηκε. Δυό-τρεις μέρες μετά πέρναγε δικάβαλο με έναν μεγαλύτερο Δαφνιώτη πάνω σε ένα πολύ φαντεζί μηχανάκι. Αυτός, παρότι ήταν μεγαλύτερος και σίγουρα θα μας έδερνε και έδειχνε και πολύ σκληρός και τέτοια, πρέπει να ήταν πολύ βλάκας. Γιατί η Γωγώ τον έβαζε να περνάει από τον δρόμο μας και δεν είχε καταλάβει ότι η μικρή που ήταν τσαχπίνα και ομορφούλα έκανε την μόστρα της και τον χρησιμοποιούσε. Μπορεί βέβαια να το είχε καταλάβει και να μην τον ένοιαζε. Αλλά στα μάτια μας ήταν βλάκας. Όπως και μεις οι ίδιοι έχουμε όλοι παίξει αυτόν τον ρόλο του βλάκα, γιατί τα κορίτσια ξέρουν πώς να το καταφέρνουν αυτό. Και συ ο δυστυχής αν τύχει και το καταλάβεις, είτε θυμώνεις και βρίζεις, είτε το παίζεις υπεράνω και λες χαλάλι σου και πας παρακάτω.

Την επόμενη του “Βραζιλία – Σουηδία” που ήταν ημιτελικός και είχαν κερδίσει οι Βραζιλιάνοι που είχαν παίξει με τις μπλε φανέλες παίξαμε τον πιο όμορφο αγώνα του 1994. Για μένα δηλαδή. Ο δρόμος δεν είχε ούτε ένα αυτοκίνητο. Μόλις οι γονείς έφυγαν για τις δουλειές τους μαζευτήκαμε για το παιχνίδι. Δεν μπήκαμε στην λογική της αναπαράστασης και χωρίσαμε αμέσως ομάδες. Ο Παναγιώτης κι αφεντιά μου, αρχίσαμε να διαλέγουμε παίκτες. Τότε είχε έρθει και ο γιός της Νονάς μου που τον διάλεξα πρώτο, παρότι δεν ήταν ο καλύτερος που θα μπορούσα να διαλέξω. Αλλά, ήμουν σωστός σε τέτοια διπλωματικά. Όλα κι όλα. Τα κορίτσια δεν είχαν έρθει ακόμα και ο Νίκος που δεν έπαιζε ποτέ αλλά ερχόταν για να καπνίσει. Εκείνη την ημέρα φόραγε μια ζακέτα μες το κατακαλόκαιρο, γιατί βασικά είχε μόλις «φερμάρει» μια τσόντα από το περίπτερο και μας είπε ότι θα την κερδίσει η ομάδα που θα κερδίσει τον αγώνα και όλοι μας κοιτάγαμε με έκσταση το περιοδικό και χασκογελάγαμε και το παιχνίδι είχε αποκτήσει «το κίνητρο». Όταν ήρθαν τα κορίτσια αναθερμάναμε τα γέλια, τα υπονοούμενα και τα σχετικά. Και εκείνες άρχισαν αυτούς του μορφασμούς της δυσαρέσκειας και του υπεράνω και τα σχόλια μεταξύ τους τύπου «αγόρια χαζά», αλλά ήξεραν ότι δεν μας νοιάζει. Η μόνη που δεν έκανε τέτοια ήταν η Ξένια που βασικά κάπνιζε μαζί με τον Νίκο. Λίγα χρόνια μετά την είχα βρει στην Βίλα Αμαλίας, φτασμένη πια ιδεολόγα. «Τα βλέπεις τα παιδιά; Ακόμα ασχολείσαι με το ποδόσφαιρο; Αυτή την καπιταλιστική γιορτή που σας αποχαυνώνει». Τουλάχιστον μοιράστηκε μαζί μου εκείνον τον μπάφο που κράταγε που ευτυχώς δηλαδή δεν ήταν καθόλου καπιταλιστικός και δεν σε αποχαυνώνει, αλλά σε κάνει ακόμα περισσότερο επαναστάτη και ιδεολόγο.

Το παιχνίδι βάστηξε πολύ ώρα. Βάλαμε, τον Τζαμουράνη τέρμα. Ήταν και καλός τερματοφύλακας και αρκετά αδιάφορος στα μπινελίκια των εκάστοτε χαμένων. Από την μια ο Βασίλης, ο Τόλης και η αφεντιά μου. Από την άλλη, οι δύο Παναγώτηδες και ο Ντίνος που έπαιζε χωρίς άγχος και δεν είχε να αποδείξει τίποτα γιατί είχε μωβ-κίτρινο bmx με stand και εκείνα τα σιδεράκια στην πίσω ρόδα για να μπορεί να σταθεί και κάποιος φίλος. Στο 2-2 μετά από αμέτρητη κλοτσιά και κούραση είπαμε να κάνουμε και ένα διάλειμμα. Εμφανίστηκε τότε ένα τύπος, φίλος του Παναγιώτη. Μεγαλύτερος, από άλλη γειτονιά και με πολύ δυνατό σουτ. Ποτέ δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί όσοι ήταν από άλλες γειτονιές είχαν πολύ καλό σουτ και ερχόντουσαν ακάλεστοι στις δικές μας γειτονιές να τινάξουν τα δικά μας δίχτυα και να εντυπωσιάσουν τα δικά μας κορίτσια. Είμαι πολύ σίγουρος ότι και εσείς ξέρετε τέτοιους. Μπορεί και εμείς όταν πηγαίναμε να παίξουμε στην γειτονιά κάποιου φίλου απ’ το σχολείο να γινόμασταν τέτοιοι. Όπως και να χει ο “ξένος” πήγε στην ομάδα των άλλων και ο χοντρούλης και καπνιστής Νίκος ήρθε μαζί μας.

Αυτή όμως η συμπαντική αρμονία που υπάρχει με κάποιον μεταφυσικό τρόπο στο ποδόσφαιρο είναι πάντα παρούσα και πολλές φορές περνάει μέσα από την μούσα της, την μπάλα – άλλες φορές του κουτιού χωρίς γρατσουνιές και μαυρίλες, άλλες φορές με τα ξέφτια της – και κάνει το παιχνίδι να μοιάζει έμπνευση ενός μεγάλου δικαστή που πάντα ξέρει ποιος και γιατί πρέπει να κερδίσει. Και σε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου, χωρίς να μπορείς να τα θυμάσαι με την κάθε λεπτομέρειά τους μετά, η μπάλα υπακούει στα δικά σου προστάγματα, αυτά του αιώνια αδικημένου, άτυχου, αδύναμου και κόντρα στην λογική – την πιο παράλογη και ανούσια ανθρώπινη εφεύρεση – σε χρίζει μεγάλο νικητή με τον πιο υπέροχο τρόπο. Την μπάλα ο Τζαμουράνης την πέταξε ψηλά και εγώ – που μεταξύ μας δεν ήμουν ποτέ και κανένα μεγάλο αστέρι στην μπάλα – της έκανα ένα κοντρόλ που το θυμάμαι ακόμα. Κοίταξα για τους συμπαίκτες μου, γιατί μόλις είχα κάνει κάτι πολύ σπουδαίο και δεν ήμουν έτοιμος να το επαναλάβω. Σέντραρα, ή βασικά την έδιωξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα από τα πόδια μου. Βασικά, τώρα που το σκέφτομαι πάντοτε σέντραρα καλά. Τους αγαπούσα τους φίλους μου και ακόμα τους αγαπάω. Ο καπνιστής Νίκος, ο μακράν χειρότερος παίκτης του “σταδίου”, είδε την μπάλα να έρχεται προς το κεφάλι του. Αργά, αλλά σταθερά σηκώθηκε από το έδαφος όσο μπορούσε και με κεφαλιά την κάρφωσε στο γκαράζ – τέρμα για το 3-2 και την νίκη. Την νίκη του Νίκου. Γύρισε και μας είπε: «Μαλάκες το περιοδικό το κρατάω εγώ». Εμείς αγκαλιαστήκαμε, οι άλλοι έβριζαν το τέρμα που δεν βγήκε. Ένα κορίτσι μου έκλεισε το μάτι. «Πολύ ωραία μπαλιά έκανες». Ήθελα να τις πω «έχεις το πιο όμορφο χαμόγελο του κόσμου» αλλά αρκέστηκα στο «σου χα πει ότι θα κερδίζαμε. Πάντα βγάζω ωραίες μπαλιές».

 

 

 

 

 

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γράφει όταν δεν δουλεύει, ή δεν ταξιδεύει, κάτι που σημαίνει σπάνια. Το πρωί ντύνεται εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, τα μεσημέρια υποψήφιος διδάκτωρ και τα βράδια νοσταλγεί το μέλλον.

Be first to comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.